Από σήμερα, Σάββατο, τέθηκαν σε ισχύ επιπλέον δασμοί ύψους 10% σε μεγάλο ποσοστό των προϊόντων που εισάγονται στις Ηνωμένες Πολιτείες από διάφορες χώρες του κόσμου, στο πλαίσιο απόφασης του Αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ. Το μέτρο αυτό θεωρείται σημαντικό πλήγμα για το παγκόσμιο εμπόριο.
Ορισμένες κατηγορίες προϊόντων εξαιρούνται από τους νέους δασμούς — μεταξύ αυτών είναι το πετρέλαιο, το φυσικό αέριο, ο χρυσός, ο χαλκός, το ασήμι, το παλλάδιο, η ξυλεία για κατασκευές, οι ημιαγωγοί, τα φαρμακευτικά προϊόντα, καθώς και ορυκτά που δεν απαντώνται στις ΗΠΑ. Οι νέες χρεώσεις προστίθενται στους ήδη υπάρχοντες δασμούς και δεν επηρεάζουν προϊόντα όπως ο χάλυβας, το αλουμίνιο και τα εισαγόμενα αυτοκίνητα, που υπόκεινται ήδη σε 25%.
Από τις 9 Απριλίου, το μέτρο θα επεκταθεί ακόμα περισσότερο για χώρες με εμπορικά πλεονάσματα έναντι των ΗΠΑ. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις, οι εισαγωγές από την Κίνα θα φτάσουν σε δασμούς 54%, από την Ευρωπαϊκή Ένωση 20%, από το Βιετνάμ 46% και από την Ιαπωνία 24%.
Βάσει επίσημου εγγράφου που δόθηκε χθες στη δημοσιότητα, τα νέα μέτρα αφορούν περίπου 80 χώρες, συμπεριλαμβανομένων και των 27 κρατών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Από τον κατάλογο όμως αφαιρέθηκαν τα νησιά Χερντ και ΜακΝτόναλντ, τα οποία είχαν αρχικά συμπεριληφθεί, παρότι κατοικούνται αποκλειστικά από… πιγκουίνους.
Ο Ντόναλντ Τραμπ, αιτιολόγησε την απόφασή του κάνοντας λόγο για «εθνική έκτακτη ανάγκη», με σκοπό τη μείωση του εμπορικού ελλείμματος των ΗΠΑ. Ορισμένοι οικονομολόγοι επισημαίνουν πως τα επίπεδα των δασμών που επιβάλλονται θυμίζουν πρακτικές της δεκαετίας του 1930, σε μια εποχή που οι οικονομίες ήταν λιγότερο συνδεδεμένες παγκοσμίως.
Η Κίνα ήδη απάντησε με αντίποινα, επιβάλλοντας επιπλέον δασμούς 34% σε αμερικανικά προϊόντα από τις 10 Απριλίου, ανεβάζοντας περαιτέρω την ένταση. Αντίδραση αναμένεται και από άλλες χώρες, ενώ η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν έχει ακόμη ανακοινώσει τα δικά της αντίμετρα, τονίζοντας ωστόσο την πρόθεσή της να προχωρήσει σε «σοβαρές διαπραγματεύσεις» με την Ουάσιγκτον.
Η οικονομική αναταραχή ήταν άμεση: οι αγορές υπέστησαν μεγάλες απώλειες, με το αμερικανικό χρηματιστήριο να χάνει 6 τρισεκατομμύρια δολάρια σε δύο ημέρες, και άλλες διεθνείς αγορές να καταγράφουν παρόμοια πτώση. Μέσα σε λίγες ώρες, η συνολική ζημιά στις αγορές ξεπέρασε τα 2,5 τρισεκατομμύρια δολάρια.
Ο Τραμπ, απτόητος, ανάρτησε στο Truth Social με κεφαλαία γράμματα: «Οι πολιτικές μου δεν θα αλλάξουν ποτέ» και «Αυτή είναι μια καλή περίοδος να γίνει κανείς πλούσιος, πιο πλούσιος από ποτέ!!!».
Ταυτόχρονα, άσκησε πίεση στον επικεφαλής της FED, Ζερόμ Πάουελ, να προχωρήσει σε μείωση των επιτοκίων, υποστηρίζοντας ότι αυτή είναι «η τέλεια» χρονική στιγμή. Ωστόσο, λίγο αργότερα, ο Πάουελ έδωσε μια μάλλον ζοφερή εικόνα για τις οικονομικές προοπτικές, μιλώντας για πιθανό υψηλότερο πληθωρισμό, επιβράδυνση της ανάπτυξης και αύξηση της ανεργίας.
Από πλευράς της, η Ρεμπέκα Γκρίνσπαν, επικεφαλής της UNCTAD, δήλωσε ότι η πολιτική αύξησης των δασμών θα «πλήξει τους ευάλωτους και τους φτωχούς», και ότι είναι η ώρα για συνεργασία αντί για κλιμάκωση. Όπως επισήμανε, «οι κανόνες του παγκόσμιου εμπορίου πρέπει να εξελιχτούν» ώστε να λαμβάνουν υπόψη τις σημερινές προκλήσεις, διασφαλίζοντας προβλεψιμότητα και ανάπτυξη.
Η ίδια υπηρεσία του ΟΗΕ σημειώνει ότι αν και λίγοι εμπορικοί εταίροι ευθύνονται για το μεγαλύτερο μέρος του αμερικανικού εμπορικού ελλείμματος, οι λιγότερο ανεπτυγμένες και μικρές νησιωτικές χώρες είναι αυτές που πλήττονται περισσότερο, παρά το γεγονός ότι συνεισφέρουν ελάχιστα στο έλλειμμα. Οι επιπτώσεις γι’ αυτές τις χώρες ενδέχεται να είναι δυσανάλογα βαριές.
Τέλος, η απάντηση της Κίνας φαίνεται να έχει ενοχλήσει ιδιαίτερα την αμερικανική κυβέρνηση. Ο Τραμπ σχολίασε πως το Πεκίνο «πανικοβλήθηκε και έκανε τη λάθος κίνηση», προειδοποιώντας ότι «όποιος απαντήσει με αντίμετρα στους δικούς μας δίκαιους δασμούς, θα υποστεί τις συνέπειες και αυτές θα είναι σκληρές». Σύμφωνα με αναλυτές, δεν αποκλείεται νέα σκλήρυνση της στάσης του Λευκού Οίκου, κάνοντας την κατάσταση ακόμη πιο αβέβαιη.