Η Αττική βρίσκεται πλέον αντιμέτωπη με τη σοβαρότερη υδρολογική κρίση των τελευταίων δεκαετιών. Μελέτη του Εθνικού Μετσοβίου Πολυτεχνείου αποτυπώνει ότι οι ταμιευτήρες της περιοχής έχουν πέσει κάτω από το 30% της χωρητικότητάς τους, εξαιτίας της παρατεταμένης ανομβρίας και της δραστικής μείωσης των εισροών. Πρόκειται για την πιο πιεστική εικόνα που έχει παρουσιαστεί στο υδροδοτικό σύστημα της Αθήνας από την περίοδο 1988–1994.
Σύμφωνα με το ΕΜΠ, το πρόβλημα δεν οφείλεται σε υπερβολική κατανάλωση, αλλά στην απουσία επαρκούς νερού. Ο Βοιωτικός Κηφισός βρίσκεται για πέμπτη συνεχόμενη χρονιά κάτω από τα φυσιολογικά επίπεδα, ενώ οι απώλειες στο δίκτυο –που φτάνουν το 12%– επιβαρύνουν περαιτέρω την κατάσταση.
Η κήρυξη της Αττικής σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης έχει ενεργοποιήσει διαδικασίες επιτάχυνσης έργων και αδειοδοτήσεων, επιτρέποντας άμεσες παρεμβάσεις χωρίς χρονοτριβές. Αν και αυτό το καθεστώς δεν επιλύει το πρόβλημα, λειτουργεί ως εργαλείο ταχύτερης υλοποίησης κρίσιμων έργων.
Ο ταμιευτήρας της Υλίκης, που σήμερα βρίσκεται μόλις στο 31% της χωρητικότητάς του με 175,4 εκατ. m³, αποτελεί το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα της κρίσης. Παράλληλα, ο Μαραθώνας λειτουργεί πλέον κυρίως ως ρυθμιστική δεξαμενή, με περιορισμένη δυνατότητα ενίσχυσης της υδροδότησης.
Αντίβαρο στην κρίση αποτελούν οι γεωτρήσεις της Μαυροσουβάλας, οι οποίες έχουν ενεργοποιηθεί σε βαθμό που θυμίζει τις χρονιές 1994–95. Μόνο το τελευταίο τετράμηνο παρείχαν 20,5 hm³ νερού, προσφέροντας σημαντική ενίσχυση στο σύστημα.
Η κατανάλωση παραμένει σταθερή, στα 460–500 hm³ ετησίως, γεγονός που δείχνει ότι η κρίση προκύπτει από μειωμένη τροφοδοσία και όχι από αυξημένη χρήση. Ωστόσο, ο αγροτικός τομέας –με κατανάλωση 30–35 εκατ. m³ τον χρόνο για άρδευση– δημιουργεί μια επιπλέον πηγή πίεσης. Το ενδεχόμενο προσωρινής διακοπής της άρδευσης εξετάζεται ως λύση ανάγκης, αν και θεωρείται κοινωνικά και οικονομικά δυσάρεστη.
Το ΕΜΠ εκτιμά ότι η Αττική μπορεί να αντιμετωπίσει ελλείμματα 20–30 εκατ. m³ ετησίως, ποσότητα που αντιστοιχεί σε 20–30 ημέρες ζήτησης, καθιστώντας τον κίνδυνο λειψυδρίας ορατό για τα επόμενα δύο έως πέντε χρόνια.
Στα άμεσα μέτρα περιλαμβάνονται η μείωση της οικολογικής παροχής του Ευήνου, η εντατική υδροληψία από την Υλίκη και η συνεχής λειτουργία γεωτρήσεων, ακόμη και εφεδρικών. Παράλληλα, κρίσιμη θεωρείται η αναβάθμιση των υποδομών μεταφοράς νερού, αφού μόνο στο Υδραγωγείο Μόρνου οι απώλειες φτάνουν το 10%, στερώντας από το σύστημα περίπου 50 εκατ. m³ τον χρόνο.
Σε βάθος χρόνου, η μελέτη προτείνει ενίσχυση των ταμιευτήρων, πιθανές εκτροπές ποταμών όπως του Καρπενησιώτη και του Κρικελιώτη, καθώς και λύσεις όπως υπόγεια ταμίευση, αφαλάτωση και επαναχρησιμοποίηση επεξεργασμένου νερού. Επιπλέον, η μείωση των απωλειών στο δίκτυο της ΕΥΔΑΠ —που φτάνουν το 15%— αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους παράγοντες για την αποφυγή μελλοντικών κρίσεων.
Σε ένα περιβάλλον όπου η παραμικρή απώλεια μετράει, οι συνολικές απώλειες στο ΕΥΣ —περίπου 70 εκατομμύρια m³— λειτουργούν ως παράγοντας πολλαπλασιασμού του κινδύνου για την Αττική, αναδεικνύοντας την ανάγκη άμεσων και συντονισμένων παρεμβάσεων.