Ο Αναστάσιος Καράμπαμπας είναι ιστορικός & πολιτικός αναλυτής με διεθνή παρουσία και εξειδίκευση στη μελέτη των ολοκληρωτικών καθεστώτων, του αντισημιτισμού και της μνήμης του Ολοκαυτώματος. Έχει διδάξει στο Λύκειο της Alliance des Pavillons στο Παρίσι, στο πλαίσιο του δικτύου της Alliance Israélite Universelle (AIU). Έχει διδάξει, επίσης, ιστορία του εβραϊκού λαού και έχει συντονίσει εκπαιδευτικά ταξίδια μνήμης στην Πολωνία.
Υπήρξε εισηγητής στο Mémorial de la Shoah de Paris (2014–2020), όπου ανέπτυξε εκπαιδευτικά εργαστήρια για τη συνωμοσιολογία, τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και τη μεταβίβαση της ιστορικής μνήμης. Είναι συγγραφέας του La Shoah. L’obsession de l’antisémitisme depuis le XIXe siècle (Bréal) και του βιβλίου «Στα ίχνη των Εβραίων της Ελλάδας» (Ψυχογιός, 2022).
Στη συνέντευξη που παραχώρησε στην Κορίνα Τριανταφύλλου και τους Atticatimes μιλά για τις μεγάλες προκλήσεις του σύγχρονου κόσμου, από τη Μέση Ανατολή έως την Ουκρανία και από τη συλλογική μνήμη του Ολοκαυτώματος έως τον νέο αντισημιτισμό.
Αναλύει τις εξελίξεις στο Ιράν, περιγράφοντας ένα καθεστώς σε βαθιά αποσύνθεση και εκτιμώντας ότι η Ισλαμική Δημοκρατία βρίσκεται πλέον σε φάση αντίστροφης μέτρησης. Παράλληλα, τοποθετείται για τον ρόλο του Ιράν στη γεωπολιτική αποσταθεροποίηση της Μέσης Ανατολής.
Αναδεικνύει τη σημασία της ιστορικής μνήμης των Ελλήνων Εβραίων, επισημαίνοντας τον κίνδυνο της λήθης αλλά και την επανεμφάνιση ενός ωμού, σύγχρονου αντισημιτισμού που διαπερνά ιδεολογικά άκρα. Το Ολοκαύτωμα, όπως τονίζει, δεν αποτελεί απλώς παρελθόν, αλλά παγκόσμιο μάθημα για το παρόν και το μέλλον.
Η συνέντευξη επεκτείνεται στη γεωπολιτική στρατηγική του Ντόναλντ Τραμπ, τη σημασία της Βενεζουέλας και της Αρκτικής, καθώς και στον πόλεμο Ρωσίας–Ουκρανίας, τον οποίο ο Αναστάσιος Καράμπαμπας ερμηνεύει ως το τέλος των μετασοβιετικών αυταπατών και την επιστροφή της ωμής λογικής της ισχύος στο διεθνές σύστημα.
- Με βάση την ειδίκευσή σας στα ολοκληρωτικά καθεστώτα και τις δικτατορίες, πώς ερμηνεύετε τις πρόσφατες εξελίξεις στο Ιράν;
Οι εξελίξεις στο Ιράν δεν μπορούν να εκληφθούν ως ένα ακόμη ξέσπασμα κοινωνικής αγανάκτησης. Αντίθετα, αποτυπώνουν μια βαθιά και πολυεπίπεδη αποσύνθεση: οικονομική, πολιτική, κοινωνική και ιδεολογική. Το απάνθρωπο καθεστώς, σε συνδυασμό με την κατάρρευση του ριάλ, τον ανεξέλεγκτο πληθωρισμό και τη γενικευμένη εξαθλίωση, έσπρωξε εκατομμύρια Ιρανούς στους δρόμους, σε όλες τις πόλεις της χώρας, παρά τον τεράστιο κίνδυνο. Δεν είναι τυχαίο ότι πλέον ακούγεται ανοιχτά η λέξη «επανάσταση».
Ποιο είναι, άλλωστε, το πραγματικό πρόσωπο της Ισλαμικής Δημοκρατίας από το 1979; Εκτελέσεις, βασανιστήρια, φυλακίσεις αντιφρονούντων, απόλυτος έλεγχος της κοινωνίας, θεσμοθετημένη καταπίεση των γυναικών και διαρκής προπαγάνδα. Όλα τα συστατικά ενός ολοκληρωτικού και απάνθρωπου καθεστώτος.
Απέναντι σε έναν λαό που ζητά ελευθερία και προοπτική, η εξουσία απαντά με σφαίρες, διακοπές του διαδικτύου και τη γνώριμη συνωμοσιολογία. Για τους μουλάδες, εν τέλει, πάντα θα φταίνε οι Εβραίοι και οι Αμερικανοί. Όμως αυτή η αφήγηση δεν πείθει πια. Σύμφωνα με τον οργανισμό GAMAAN (Group for Analyzing and Measuring Attitudes in Iran), τουλάχιστον οκτώ στους δέκα Ιρανούς επιθυμούν αλλαγή καθεστώτος.
Παράλληλα, το Ιράν του Χαμενεΐ αποσταθεροποιεί συστηματικά τη Μέση Ανατολή, χρηματοδοτώντας και εξοπλίζοντας τρομοκρατικές οργανώσεις όπως η Χαμάς, η Χεζμπολάχ και οι Χούθι. Αυτή η στρατηγική έχει φτάσει στα όριά της και δεν χωρά στον νέο γεωπολιτικό χάρτη της Μέσης Ανατολής που θέλει ο Τραμπ. Μην ξεχνάμε και τον πόλεμο των 12 ημερών, όπου το καθεστώς υπέστη την απόλυτη ταπείνωση από το Ισραήλ, μια χώρα περίπου ογδόντα φορές μικρότερη. Μια ήττα που διέλυσε τον μύθο της περιφερειακής παντοδυναμίας της Τεχεράνης.
Το ερώτημα πλέον δεν είναι αν θα υπάρξει μετάβαση, αλλά πότε, πώς και με ποιο κόστος. Οι νεκροί είναι ήδη χιλιάδες. Ένα είναι βέβαιο: το παλιό σύστημα εξουσίας των σκληροπυρηνικών μουλάδων μετρά αντίστροφα.
- Το 2022, κυκλοφόρησε το βιβλίο σας «Στα ίχνη των Εβραίων της Ελλάδας» ( εκδ.Ψυχογιός). Η ιστορία των Ελλήνων Εβραίων είναι βαθιά ριζωμένη στον ελλαδικό χώρο αλλά ταυτόχρονα τραυματισμένη. Ποια θεωρείτε ότι είναι σήμερα η μεγαλύτερη πρόκληση για τη διατήρηση της ιστορικής μνήμης του εβραϊκού ελληνισμού;
Η ιστορία των Ελλήνων Εβραίων είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την ιστορία της Ελλάδας. Πρόκειται για την αρχαιότερη συνεχή εβραϊκή παρουσία στην Ευρώπη. Κι όμως, η συμβολή των Εβραίων της Ελλάδας παραμένει σε μεγάλο βαθμό άγνωστη. Ονόματα όπως ο Μαρδοχαίος Φριζής, η Ρόζα Εσκενάζυ και ο Μωυσής Αλλατίνη δεν αποτελούν «εβραϊκές υποσημειώσεις», αλλά αναπόσπαστο κομμάτι της ελληνικής ταυτότητας.
Πριν από το Ολοκαύτωμα, στην Ελλάδα υπήρχαν περισσότερες από τριάντα εβραϊκές κοινότητες και περίπου 75.000 Εβραίοι. Η Κατοχή έφερε μια καταστροφή χωρίς προηγούμενο. Τουλάχιστον 62.000 δολοφονήθηκαν. Η λεγόμενη «Ιερουσαλήμ των Βαλκανίων», η Θεσσαλονίκη, αφανίστηκε σχεδόν ολοκληρωτικά, όπως και ακμαίες κοινότητες στα Ιωάννινα, τη Ρόδο, την Κέρκυρα, την Κομοτηνή, το Διδυμότειχο, τα Χανιά και αλλού. Μετά τον πόλεμο, η απώλεια συνοδεύτηκε από σιωπή και λήθη. Σήμερα, λιγότεροι από 5.000 Έλληνες Εβραίοι ζουν στη χώρα. Τα τελευταία χρόνια, ωστόσο, διακρίνεται μια αργή αλλά ουσιαστική αφύπνιση.
Το Ολοκαύτωμα δεν πρέπει να ξεχαστεί. Οφείλει να διδάσκεται σοβαρά και τεκμηριωμένα, όχι ως τυπική αναφορά, αλλά ως παγκόσμιο μάθημα και ως ασπίδα απέναντι σε κάθε μορφή ρατσισμού και προκατάληψης. Η μεγαλύτερη πρόκληση για τη μνήμη σήμερα είναι ο νέος, ωμός αντισημιτισμός. Με αφορμή τον πόλεμο στη Γάζα, επανεμφανίζονται ή ενισχύονται απειλές, βεβηλώσεις μνημείων και ρατσιστικά γκράφιτι, ενώ εκδηλώσεις μνήμης πραγματοποιούνται υπό αυστηρή αστυνομική προστασία. Ο αντισημιτισμός, άλλοτε σχεδόν αποκλειστικό προνόμιο της ακροδεξιάς, έχει πλέον διαχυθεί και σε τμήματα της αριστεράς. Τα άκρα συναντιούνται. Το πρόβλημα παραμένει το ίδιο. Άγνοια της ιστορίας και τυφλό μίσος, που γεννούν τον σκοταδισμό και τη μισαλλοδοξία. Αυτό θέλουμε για τα παιδιά μας και την κοινωνία μας;
- Μετά τις εξελίξεις στη Βενεζουέλα και τις επαναλαμβανόμενες παρεμβάσεις του Ντόναλντ Τραμπ στη Λατινική Αμερική, πώς εκτιμάτε τη συνολική του γεωπολιτική στρατηγική; Και τι βλέπετε να συμβαίνει με τη Γροιλανδία;
Η γεωπολιτική στρατηγική του Ντόναλντ Τραμπ κινείται γύρω από έναν σαφή άξονα: το δίκαιο του ισχυρότερου. Ως επικεφαλής της ισχυρότερης στρατιωτικής δύναμης στον κόσμο και με νοοτροπία επιχειρηματία, αντιμετωπίζει τη διεθνή πολιτική ως πεδίο ισχύος και συναλλαγής, όπου προέχει το αμερικανικό συμφέρον. Δεν επενδύει στη διπλωματική λεπτότητα, αλλά στη σκληρή λογική της ισχύος και της αποτροπής.
Η Βενεζουέλα εντάσσεται πλήρως σε αυτή τη λογική. Το διακύβευμα για τις Ηνωμένες Πολιτείες δεν είναι μόνο το πετρέλαιο, αλλά η πολιτική και ιδεολογική αντιπαλότητα με το καθεστώς Μαδούρο, το οποίο ευθυγραμμίστηκε ανοιχτά με στρατηγικούς αντιπάλους της Ουάσινγκτον, όπως η Κίνα, το Ιράν και η Ρωσία. Σε συνδυασμό με τη γεωγραφική εγγύτητα, η Βενεζουέλα μετατρέπεται σε ζήτημα ελέγχου της αμερικανικής σφαίρας επιρροής, στο πλαίσιο του Δόγματος Μονρόε.
Στο ίδιο μοτίβο εντάσσεται και η Γροιλανδία. Η Αρκτική μετατρέπεται σε νέο πεδίο στρατηγικού ανταγωνισμού, καθώς η τήξη των πάγων ανοίγει θαλάσσιες οδούς και αποκαλύπτει κρίσιμους φυσικούς πόρους. Η ενίσχυση της παρουσίας της Κίνας και της Ρωσίας ωθεί τις Ηνωμένες Πολιτείες να αντιμετωπίζουν το νησί ως κομβικό σημείο γεωστρατηγικού ελέγχου και ασφάλειας. Η λογική είναι ωμή, αλλά απολύτως ρεαλιστική.
- Ποιες είναι οι ιστορικές σχέσεις Ρωσίας και Ουκρανίας και με ποιον τρόπο ο σημερινός πόλεμος επαναπροσδιορίζει αυτή τη σχέση;
Οι ιστορικές σχέσεις Ρωσίας και Ουκρανίας είναι βαθιές και σύνθετες. Ξεκινούν από το κράτος των Ρως του Κιέβου, περνούν μέσα από την τσαρική αυτοκρατορία και κορυφώνονται στη σοβιετική περίοδο, κατά την οποία η Ουκρανία υπήρξε αναπόσπαστο, αλλά συχνά καταπιεσμένο, κομμάτι της Σοβιετικής Ένωσης. Η ανεξαρτησία του 1991 δεν έλυσε τη σχέση, απλώς την πάγωσε. Η Ρωσία δεν αποδέχθηκε ποτέ πλήρως την ουκρανική ανεξαρτησία, ενώ η Ουκρανία αναζητούσε σταδιακά τον δρόμο της προς τη Δύση. Για τη Μόσχα, η Ουκρανία παραμένει ζώνη ελέγχου και επιρροής, λόγω, μεταξύ άλλων, της γεωγραφικής της θέσης.
Περιοχές όπως η Κριμαία και το Ντονμπάς, με ισχυρό ρωσόφωνο πληθυσμό, ενίσχυσαν διαχρονικά τη ρωσική επιδίωξη διατήρησης επιρροής. Ο σημερινός πόλεμος μετατρέπει αυτή τη σχέση σε ανοιχτή σύγκρουση κυριαρχίας και ταυτότητας. Για την Ουκρανία, λειτουργεί ως καταλύτης εθνικής συσπείρωσης και οριστικής ρήξης με το ρωσικό παρελθόν. Για τη Ρωσία, συνδέεται με μια επεκτατική στρατηγική, την οποία ο Πούτιν αναζητούσε την κατάλληλη στιγμή να ενεργοποιήσει.
Η ευρωπαϊκή στήριξη στην προοπτική ένταξης της Ουκρανίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση και το ΝΑΤΟ, παρά το γεγονός ότι αποτελούσε κόκκινη γραμμή για τη Μόσχα, έπαιξε και αυτή τον ρόλο της και αποδείχθηκε, εκ των υστέρων, στρατηγικά αφελής.
Μακροπρόθεσμα, ο πόλεμος αυτός σηματοδοτεί το τέλος της μετασοβιετικής αυταπάτης και την επιστροφή στη λογική της ισχύος, μια λογική που πλέον διαπερνά ολόκληρο το διεθνές σύστημα, από τη Μόσχα έως την Ουάσιγκτον.