Απώλειες εσόδων, πλήθος εξαιρέσεων και ταυτόχρονα υψηλοί συντελεστές συνθέτουν το παράδοξο του ΦΠΑ στην Ελλάδα, με τους οικονομικά ασθενέστερους φορολογούμενους να σηκώνουν δυσανάλογα μεγάλο βάρος. Παρά τις βελτιώσεις των τελευταίων ετών, το σύστημα εξακολουθεί να υπολείπεται του ευρωπαϊκού μέσου όρου, ενώ οι αυξημένοι συντελεστές λειτουργούν ως βασικός πυλώνας στήριξης της έμμεσης φορολογίας.
Ο ΦΠΑ παραμένει διαχρονικά η βασική «δεξαμενή» εσόδων του κρατικού προϋπολογισμού. Για το 2026 οι εισπράξεις αναμένεται να ξεπεράσουν τα 29,2 δισ. ευρώ, αυξημένες κατά 1,6 δισ. σε σύγκριση με το 2025. Αυτή η δυναμική περιορίζει τα περιθώρια ουσιαστικών παρεμβάσεων, καθώς κάθε αλλαγή προσκρούει στο δημοσιονομικό κόστος αλλά και στην αβεβαιότητα για το αν τυχόν μειώσεις θα περάσουν τελικά στις τιμές προς όφελος των καταναλωτών.
Σε ειδικό κεφάλαιο της τριμηνιαίας έκθεσής του για την ελληνική οικονομία, το Ίδρυμα Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών διαπιστώνει ότι η Ελλάδα εξακολουθεί να υστερεί έναντι της υπόλοιπης Ευρώπης στην είσπραξη εσόδων από ΦΠΑ. Η απόκλιση αυτή αποδίδεται τόσο στη μη πλήρη συμμόρφωση, παρά τη σαφή βελτίωση, όσο και στις πολλές εξαιρέσεις που περιορίζουν τα πραγματικά έσοδα σε σχέση με τα δυνητικά.
Όπως επισημαίνεται, σημαντική πηγή απώλειας εσόδων αποτελούν οι αποφάσεις πολιτικής που μειώνουν τη φορολογική βάση ή το οφειλόμενο ποσό ΦΠΑ για συγκεκριμένα τμήματα της αγοράς. Οι πολιτικές αυτές, είτε στοχεύουν στην παροχή κοινωνικής προστασίας σε ευάλωτες ομάδες όπως οι κάτοικοι ακριτικών περιοχών, είτε λειτουργούν ως κίνητρα κατανάλωσης για συγκεκριμένα αγαθά όπως τα βιβλία, έχουν άμεσο κόστος για τα δημόσια έσοδα.
Στο πεδίο της συμμόρφωσης, ωστόσο, καταγράφεται αξιοσημείωτη πρόοδος. Το κενό ΦΠΑ μειώθηκε κατά 12,6 ποσοστιαίες μονάδες το 2023 σε σύγκριση με το 2019, επίδοση που αποτελεί τη μεγαλύτερη βελτίωση μεταξύ των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η εξέλιξη αυτή περιορίζει τον άδικο επιμερισμό του φορολογικού βάρους και τον αθέμιτο ανταγωνισμό μεταξύ επιχειρήσεων. Καθοριστικό ρόλο έπαιξε η διεύρυνση των ηλεκτρονικών πληρωμών και του ηλεκτρονικού εμπορίου, με τις διαδικτυακές πωλήσεις να αυξάνονται από 3,8% το 2018 σε 6,9% το 2022 επί του συνόλου των πωλήσεων των επιχειρήσεων.
Οι υψηλοί συντελεστές στο επίκεντρο
Η πρόσφατη συγκριτική μελέτη του Tax Foundation επαναφέρει στο προσκήνιο το ζήτημα των υψηλών συντελεστών ΦΠΑ στην Ελλάδα, οι οποίοι συγκαταλέγονται στους μεγαλύτερους στην Ευρώπη. Με βασικό συντελεστή 24% και μειωμένο στο 13%, η χώρα κατατάσσεται στην έβδομη θέση, με μικρές αποκλίσεις από τις πρώτες θέσεις. Ωστόσο, το πραγματικό βάρος δεν αποτυπώνεται μόνο στα ποσοστά αλλά και στο ποια αγαθά και υπηρεσίες υπάγονται στους μειωμένους συντελεστές.
Στον υπερμειωμένο συντελεστή 6% εντάσσονται περιορισμένες κατηγορίες, όπως βιβλία έντυπα και ηλεκτρονικά, περιοδικά, εφημερίδες, εισιτήρια θεάτρου, συναυλιών και κινηματογράφου, φαρμακευτικά προϊόντα, ιατρικές συσκευές και υλικά για ανθρώπινη χρήση, ηλεκτρική ενέργεια, φυσικό αέριο, προϊόντα υγιεινής και προστασίας, καθώς και η εισαγωγή και μεταβίβαση έργων τέχνης. Από αυτή τη λίστα απουσιάζουν βασικά είδη διατροφής, γεγονός που εντείνει την πίεση στα χαμηλά εισοδήματα.
Στην Ευρωπαϊκή Ένωση, τον υψηλότερο κανονικό συντελεστή ΦΠΑ εφαρμόζει η Ουγγαρία με 27%, ενώ ακολουθούν η Φινλανδία με 25,5% και η Κροατία, η Δανία και η Σουηδία με 25%. Στον αντίποδα, το Λουξεμβούργο έχει τον χαμηλότερο συντελεστή στο 17%, με τη Μάλτα στο 18% και την Κύπρο και τη Γερμανία στο 19%. Ο μέσος κανονικός συντελεστής ΦΠΑ στην ΕΕ ανέρχεται στο 21,9%.
Από τις μεγάλες ευρωπαϊκές χώρες εκτός ΕΕ, μόνο η Ελβετία εφαρμόζει συντελεστή χαμηλότερο από το ελάχιστο όριο της Ένωσης, με 8,1%.
Την τελευταία διετία αρκετά κράτη προχώρησαν σε αναπροσαρμογές. Η Αυστρία μηδενίζει από το 2026 τον ΦΠΑ σε ορισμένα προϊόντα υγιεινής. Η Εσθονία αύξησε τον κανονικό συντελεστή από 22% σε 24% τον Ιούλιο του 2025. Η Γερμανία μετέφερε τα τρόφιμα στα εστιατόρια από τον κανονικό συντελεστή 19% στον μειωμένο 7% από το 2026. Η Ελλάδα επέκτεινε τη μείωση 30% σε όλους τους συντελεστές ΦΠΑ σε περισσότερα νησιά. Η Λιθουανία διεύρυνε τη βάση μεταφέροντας ορισμένα είδη από το 9% στο 12%. Η Ολλανδία ενέταξε τις υπηρεσίες διαμονής στον κανονικό συντελεστή 21%. Η Φινλανδία μείωσε τον μειωμένο συντελεστή στο 13,5%, ενώ η Ρουμανία αύξησε τον κανονικό στο 21% και ενοποίησε τα μειωμένα κλιμάκια σε έναν ενιαίο συντελεστή 11%.