Την πεποίθηση ότι το αδιέξοδο με τα αγροτικά μπλόκα μπορεί να λυθεί εξέφρασε ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης Κωστής Χατζηδάκης, υπογραμμίζοντας ότι η κυβέρνηση δεν σκοπεύει να μείνει αδρανής. Όπως δήλωσε, «Με τον ένα ή τον άλλον τρόπο φτάνουμε στη φάση της αντιμετώπισης αυτής της πολυήμερης εκκρεμότητας. Θέλω να πιστεύω ότι θα φτάσουμε ήρεμα και συναινετικά. Αυτή ήταν και είναι η τακτική της κυβέρνησης. Από εκεί και πέρα, αν αυτό δε συμβεί, ο νόμος θα εφαρμοστεί».
Μιλώντας στην τηλεόραση του ΣΚΑΪ, σημείωσε ότι όσο παρατείνεται η κατάσταση τόσο περισσότερο οι ίδιοι οι αγρότες αντιλαμβάνονται πως έχει ξεπεραστεί το μέτρο. Όπως είπε, απομακρύνονται από την κοινωνία και πλήττονται τόσο η εθνική οικονομία όσο και οι ίδιοι. Υπενθύμισε ότι η κυβέρνηση ξεκαθάρισε τη θέση της και ανέλαβε τις ευθύνες της, προσθέτοντας με έμφαση ότι «σε κάθε περίπτωση η κυβέρνηση δεν θα μείνει θεατής».
Ο κ. Χατζηδάκης αναφέρθηκε και στις διαφορετικές φωνές εντός του αγροτικού χώρου, επισημαίνοντας ότι υπάρχουν τόσο σκληρά κομματικά στελέχη όσο και πιο μετριοπαθείς εκπρόσωποι. Όπως τόνισε, πολλοί αντιλαμβάνονται ότι η στάση «δεν συζητώ» συνιστά μια ιδιότυπη παγκόσμια πρωτοτυπία. Υπενθύμισε ότι πριν από λίγους μήνες υπήρχε διάλογος με την κυβέρνηση και υπογράμμισε πως δεν είναι λογικό να προβάλλονται αιτήματα χωρίς διάθεση συζήτησης. Κατά την άποψή του, η συνέχιση αυτής της κατάστασης δεν έχει νόημα, ενώ υπενθύμισε ότι ήδη κάποια μπλόκα έχουν ζητήσει συνάντηση με την κυβέρνηση.
Παράλληλα, διευκρίνισε ότι ο πρωθυπουργός είναι διαθέσιμος να συναντήσει τους αγροτοσυνδικαλιστές, εφόσον αυτοί προσέλθουν όλοι μαζί και με ενιαία στάση. Σε διαφορετική περίπτωση, όπως είπε, τόσο ο ίδιος όσο και ο υπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης Κώστας Τσιάρας είναι στη διάθεσή τους, τονίζοντας ότι ο διάλογος βοηθά πάντα στο να αναδεικνύονται πλευρές που ενδεχομένως δεν είχαν ληφθεί υπόψη.
Αναφερόμενος στο ενδεχόμενο δημιουργίας νέου κόμματος από την κα Καρυστιανού, ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης παρατήρησε ότι στον έβδομο χρόνο διακυβέρνησης είναι φυσικό να υπάρχει κόπωση σε μέρος του εκλογικού σώματος, κάτι που συμβαίνει διεθνώς. Τόνισε ωστόσο ότι, παρά τα προβλήματα και τα λάθη, από τη μία πλευρά υπάρχει μια κυβέρνηση που εκπροσωπεί την κοινή λογική και τη ρεαλιστική διαχείριση, ενώ από την άλλη η αντιπολίτευση, με το ΠΑΣΟΚ να επιχειρεί να μιμηθεί τον ΣΥΡΙΖΑ και την κυρία Κωνσταντοπούλου, και τα υπόλοιπα κόμματα να κινούνται στον χώρο του λαϊκισμού και των ακροτήτων χωρίς ρεαλιστικές προτάσεις.
Στο ίδιο πλαίσιο σημείωσε ότι ένα ενδεχόμενο κόμμα της κας Καρυστιανού φαίνεται εξαρχής να κινείται σε αυτόν τον χώρο και ως εκ τούτου δεν αφορά κομματικά τη Νέα Δημοκρατία. Αυτό που, όπως τόνισε, αφορά ουσιαστικά το κυβερνών κόμμα είναι η χώρα να παραμείνει σε πορεία σοβαρότητας και αποτελεσματικής διακυβέρνησης. Υπενθύμισε τις θυσίες της προηγούμενης δεκαετίας και την πρόοδο των τελευταίων εφτά ετών, τονίζοντας ότι το ζητούμενο είναι να μη χαθεί αυτή η πρόοδος και να μην πάνε χαμένες οι προσπάθειες των πολιτών, ώστε να μη βιωθεί ξανά «ο μύθος του Σίσυφου».