Το χάσμα τιμών ανάμεσα σε παλιά και νεόδμητα ακίνητα εξελίσσεται σε βασικό πεδίο έντασης στην αγορά κατοικίας. Καθώς πολλά παλαιά διαμερίσματα έχουν πλησιάσει επικίνδυνα τις τιμές των νέων κατασκευών, οι αγοραστές θέτουν πλέον σαφή όρια. Για να θεωρηθεί ελκυστικό ένα παλιό ακίνητο, απαιτείται ουσιαστική διαφορά στην τιμή, με το όριο να διαμορφώνεται ξεκάθαρα στο 25% έως 30%.
Στο 5ο βαρόμετρο της αγοράς ακινήτων του επενδυτή και αναλυτή Ηλία Παπαγεωργιάδη τέθηκε για πρώτη φορά το κρίσιμο ερώτημα που αποτυπώνει πότε το παλιό γίνεται πραγματικά ανταγωνιστικό απέναντι σε ένα νεόδμητο, όταν όλα τα υπόλοιπα χαρακτηριστικά είναι ίδια. Τα ευρήματα δείχνουν ότι οι αγοραστές δεν πείθονται χωρίς πραγματική έκπτωση.
Όταν η τιμή ενός παλαιού ακινήτου είναι μόλις 20% χαμηλότερη από εκείνη ενός νεόδμητου, η πλειονότητα δεν μπαίνει καν στη λογική σύγκρισης. Το 67% επιλέγει άμεσα νέο ακίνητο, ενώ μόνο το 31% στρέφεται στο παλιό. Η εικόνα αλλάζει αισθητά όταν η απόσταση μεγαλώσει. Με έκπτωση 30%, το 56% προτιμά παλαιότερης κατασκευής ακίνητο, ενώ το 38% παραμένει στο νεόδμητο. Στη ζωντανή ψηφοφορία της παρουσίασης του βαρόμετρου, πάνω από 800 συμμετέχοντες συμφώνησαν ότι το 30% αποτελεί το σωστό σημείο ισορροπίας.
Το μήνυμα της έρευνας είναι διπλό. Από τη μία πλευρά, η αγορά εμφανίζει ενδείξεις υπερτιμήσεων. Από την άλλη, οι αγοραστές απορρίπτουν πλέον τη λογική «παλιό σχεδόν όσο νέο». Όπως επισημαίνει ο κ. Παπαγεωργιάδης, όσοι παραμένουν ενεργοί στην αγορά απαιτούν ξεκάθαρα χαμηλότερη τιμή για να αποδεχτούν την ηλικία ενός ακινήτου. Το εύρος 25% έως 30% λειτουργεί ως καθοριστικό ψυχολογικό και οικονομικό όριο, με σαφή προειδοποίηση προς τους πωλητές ότι αν θέλουν να προχωρήσουν σε συμφωνία, οφείλουν να το συνυπολογίσουν σοβαρά.
Η έρευνα βασίστηκε σε δείγμα 1.500 ατόμων σε Αττική και Θεσσαλονίκη και πραγματοποιήθηκε από τη Μονάδα Ερευνών Κοινής Γνώμης και Αγοράς του Πανεπιστημίου Μακεδονίας. Ταυτόχρονα καταγράφεται υποχώρηση της ζήτησης, καθώς όσοι δηλώνουν αγοραστές μειώθηκαν από 23% σε 19%. Εκείνοι που σκοπεύουν να αγοράσουν άμεσα ή μέσα στον επόμενο χρόνο έπεσαν από 34% τον Νοέμβριο του 2024 στο 23% σήμερα. Στην πράξη, μόλις το 4,37% του συνολικού δείγματος δηλώνει ότι σχεδιάζει αγορά εντός δωδεκαμήνου. Οι πωλητές, αντίθετα, παραμένουν περίπου στο 8%, σχεδόν διπλάσιο ποσοστό από τους ενεργούς αγοραστές.
Σε αυτό το τοπίο, η διαφορά τιμής μεταξύ παλιού και νέου δεν αποτελεί απλώς τεχνική παράμετρο. Αποτυπώνει πόσο ακριβή θεωρείται πλέον η αγορά κατοικίας και πόσο δύσκολα οι αγοραστές πείθονται χωρίς ουσιαστικό οικονομικό όφελος.