Μαρίνα Βασιλικιά
![]()
Η κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ παρουσίασε νέο σχέδιο για τη Βενεζουέλα, δίνοντας το «πράσινο φως» σε μεγάλες αμερικανικές πετρελαϊκές εταιρείες να επανέλθουν δυναμικά στη χώρα και να αξιοποιήσουν τα τεράστια ενεργειακά της αποθέματα. Η Βενεζουέλα διαθέτει περισσότερα από 300 δισεκατομμύρια βαρέλια αργού πετρελαίου, ποσοστό που αντιστοιχεί σε περίπου 17% των παγκόσμιων αποθεμάτων, γεγονός που την καθιστά κρίσιμο παίκτη στο παγκόσμιο ενεργειακό παιχνίδι.
Παρότι η Ουάσινγκτον διατηρεί σε ισχύ το εμπάργκο στο βενεζουελανό πετρέλαιο, ο Τραμπ ξεκαθάρισε ότι οι αμερικανικές εταιρείες θα επενδύσουν δισεκατομμύρια δολάρια για την αποκατάσταση των κατεστραμμένων υποδομών, επιδιώκοντας την αναζωογόνηση της παραγωγής και τη δημιουργία νέων εσόδων για την οικονομία της χώρας.
Η πολιτική κρίση στη Βενεζουέλα κλιμακώθηκε περαιτέρω μετά τη σύλληψη του προέδρου Νικολάς Μαδούρο από τις αμερικανικές αρχές, με κατηγορίες που σχετίζονται με λαθρεμπόριο ναρκωτικών και σοβαρές παραβιάσεις διεθνών νόμων. Οι εξελίξεις αυτές έχουν επιδεινώσει το ήδη εύθραυστο πολιτικό και οικονομικό περιβάλλον, ενώ η παραγωγή πετρελαίου της χώρας έχει καταρρεύσει εξαιτίας δεκαετιών κακοδιαχείρισης και εκτεταμένης διαφθοράς.
Σήμερα, μεγάλο μέρος του βενεζουελάνικου πετρελαίου καταλήγει στη μαύρη αγορά, πωλούμενο σε χαμηλές τιμές, καθώς το προϊόν θεωρείται χαμηλότερης ποιότητας και χρησιμοποιείται κυρίως για την παραγωγή ντίζελ και άλλων υποπροϊόντων. Η Chevron παραμένει η μόνη αμερικανική εταιρεία με ενεργή παρουσία στη χώρα, μέσω συνεργασίας με την κρατική πετρελαϊκή εταιρεία PDVSA.
Η στρατηγική των ΗΠΑ στη Βενεζουέλα έχει ευρύτερες γεωπολιτικές διαστάσεις. Η Ουάσινγκτον επιχειρεί να αποκτήσει ισχυρό έλεγχο στην παγκόσμια αγορά ενέργειας, περιορίζοντας την επιρροή ανταγωνιστικών δυνάμεων όπως η Ρωσία και η Κίνα. Η εξέλιξη αυτή μετατρέπει τη Βενεζουέλα σε κεντρικό πεδίο διεθνούς αντιπαράθεσης, με τις εξελίξεις να παρακολουθούνται στενά από τη διεθνή κοινότητα.