Της Μαριάννας Γεωργαντή
![]()
Η εμπορική συμφωνία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Mercosur επανέρχεται δυναμικά στο προσκήνιο, προκαλώντας έντονες αντιδράσεις στον αγροτικό κόσμο. Η Mercosur, στην οποία συμμετέχουν χώρες όπως η Βραζιλία, η Αργεντινή και η Ουρουγουάη, αποσκοπεί στη μείωση δασμών και στη διευκόλυνση των εμπορικών ροών. Όμως, για χώρες όπως η Ελλάδα, η συμφωνία αυτή γεννά περισσότερες ανησυχίες παρά ευκαιρίες.
Ο τομέας που αναμένεται να πληγεί περισσότερο είναι η κτηνοτροφία. Η εισαγωγή φθηνού κρέατος από χώρες της Λατινικής Αμερικής, όπου το κόστος παραγωγής είναι σαφώς χαμηλότερο, δημιουργεί συνθήκες αθέμιτου ανταγωνισμού. Εκεί χρησιμοποιούνται φυτοφάρμακα και ζωοτροφές που στην Ευρωπαϊκή Ένωση είτε απαγορεύονται είτε ελέγχονται αυστηρά, ενώ τα εργατικά χέρια είναι πολύ φθηνότερα. Αντίθετα, ο Έλληνας παραγωγός καλείται να τηρεί αυστηρούς περιβαλλοντικούς και εργασιακούς κανόνες, με υψηλό ενεργειακό και φορολογικό κόστος. Το αποτέλεσμα είναι ένας ανταγωνισμός που δεν είναι ισότιμος.
Παρόλα αυτά, υπάρχουν και αγρότες που ενδέχεται να βγουν κερδισμένοι. Ορισμένοι εξαγωγικοί κλάδοι, όπως το ελαιόλαδο, τα φρούτα ή τα μεταποιημένα προϊόντα υψηλής ποιότητας, θα μπορούσαν θεωρητικά να βρουν νέες αγορές στη Νότια Αμερική. Ωστόσο, αυτή η προοπτική αφορά λίγους και καλά οργανωμένους παραγωγούς και όχι τη μεγάλη μάζα των μικρομεσαίων αγροτών που παλεύουν για την επιβίωση.
Ένα ακόμη κρίσιμο ζήτημα είναι η ποιότητα των προϊόντων που θα εισέρχονται στην ευρωπαϊκή αγορά. Οι φόβοι για προϊόντα αμφιβόλου ποιότητας είναι βάσιμοι, καθώς οι έλεγχοι στις χώρες της Mercosur δεν είναι πάντα ισοδύναμοι με τους ευρωπαϊκούς. Ο καταναλωτής κινδυνεύει να μη γνωρίζει τι ακριβώς βάζει στο πιάτο του, ενώ ο Έλληνας παραγωγός βλέπει τα προϊόντα του να υποτιμώνται.
Μέσα σε αυτό το κλίμα, οι αγρότες παραμένουν στους δρόμους, ενώ την Τρίτη αναμένεται να συναντηθούν με τον Πρωθυπουργό, Κυριάκο Μητσοτάκη. Παρά τα μέτρα στήριξης που έχουν ανακοινωθεί, υπάρχουν σοβαρά παράπονα, ιδιαίτερα για το αγροτικό ρεύμα. Το τιμολόγιο των 8,5 λεπτών ανά κιλοβατώρα αφήνει εκτός όσους έχουν απλήρωτους λογαριασμούς. Το πρόβλημα, όπως τονίζουν οι ίδιοι οι αγρότες, είναι ότι περίπου το 90% έχει οφειλές, όχι από επιλογή αλλά λόγω αδυναμίας πληρωμής. Έτσι, στην πράξη, η πλειονότητα δεν θα μπορέσει να ενταχθεί στο ευνοϊκό τιμολόγιο, γεγονός που γεννά ερωτήματα για το αν το αρμόδιο Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης γνώριζε αυτή την πραγματικότητα.
Τέλος, ιδιαίτερη αγανάκτηση προκαλούν οι παράνομες ελληνοποιήσεις. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το ρύζι: εισάγεται από χώρες όπως η Μιανμάρ με κόστος 40 λεπτά το κιλό, αναμειγνύεται με ελληνικό που κοστίζει 50 λεπτά και πωλείται ως «ελληνικό» στα 45-50 λεπτά. Το ίδιο έχει συμβεί και με την πατάτα Νάξου. Το αποτέλεσμα είναι διπλό: ο παραγωγός ζημιώνεται και ο καταναλωτής δεν ξέρει τι τρώει.
Άλλο ένα αγκάθι είναι η αναπλήρωση του χαμένου εισοδήματος. Οι αγρότες θεωρούν –και όχι άδικα– ότι τα 80 εκατομμύρια ευρώ είναι πολύ λίγα, καθώς αντιστοιχούν σε πενιχρά ποσά για τον κάθε παραγωγό. Με το υψηλό κόστος παραγωγής, εκτιμούν ότι δεν θα μπορέσουν να ανταπεξέλθουν, ενώ υποστηρίζουν πως η κυβέρνηση θα έπρεπε να αντλήσει πόρους από τα υπερκέρδη και να ενισχύσει ουσιαστικά τον πρωτογενή τομέα. Μια τέτοια κίνηση θα έστελνε και το μήνυμα ότι υπάρχει πραγματική βούληση για στήριξη των αγροτών.
Παρά τις έντονες διαφωνίες, το γεγονός ότι αγρότες και κυβέρνηση κάθονται στο ίδιο τραπέζι είναι θετικό. Ο διάλογος είναι αναγκαίος, ακόμη κι αν δεν φέρει άμεσα λύσεις. Μόνο μέσα από συζήτηση και ουσιαστικές παρεμβάσεις μπορεί να βρεθεί κοινός τόπος, ώστε η ελληνική αγροτική παραγωγή να προστατευθεί και να έχει μέλλον.