Της Μαριάννας Γεωργαντή
![]()
Το πρωτοχρονιάτικο μήνυμα του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν δεν άφησε καμία αμφιβολία, η Τουρκία μπαίνει στο 2026 με σκληρή, αναθεωρητική ρητορική, διατηρώντας ανοιχτά όλα τα μέτωπα. Ανάμεσα σε Γάζα, Ανατολική Μεσόγειο και «Γαλάζια Πατρίδα», ο Τούρκος πρόεδρος δεν ξέχασε την Ελλάδα, επιβεβαιώνοντας ότι η ένταση παραμένει κεντρικό εργαλείο της εξωτερικής του πολιτικής.
Αξίζει να υπογραμμιστεί ότι ήταν η πρώτη φορά που ο ίδιος επανέφερε δημόσια τη «Γαλάζια Πατρίδα» μετά τη Διακήρυξη των Αθηνών , γεγονός που από μόνο του ακυρώνει κάθε αφήγημα περί “ήρεμων νερών”.
![]()
Οι δηλώσεις αυτές δεν έρχονται σε κενό χρόνο. Προηγήθηκε η τριμερής συνεργασία Ελλάδας–Κύπρου–Ισραήλ, μια συνάντηση υψηλού συμβολισμού που επαναβεβαίωσε τη στρατηγική σύμπλευση των τριών χωρών στην Ανατολική Μεσόγειο. Ακολούθησαν αλλεπάλληλες τοποθετήσεις τόσο από τον Ερντογάν όσο και από τον πρωθυπουργό Νετανιάχου, με τη μεταξύ τους αντιπαράθεση να κλιμακώνεται, ιδίως στο μέτωπο της Γάζας.
Παράλληλα, τα συμφέροντα Άγκυρας και Τελ Αβίβ συγκρούονται πλέον και στο Κέρας της Αφρικής. Η Τουρκία έχει επενδύσει στρατηγικά στη Σομαλία (βάσεις, λιμάνια, υποδομές, πολιτική επιρροή), ενώ το Ισραήλ προχώρησε στην αναγνώριση της Σομαλιλάνδης, μιας de facto ανεξάρτητης οντότητας. Οι πληροφορίες ότι ο Νετανιάχου εξετάζει ακόμη και τη μεταφορά Παλαιστινίων εκεί, έχουν εξοργίσει την Άγκυρα, που βλέπει να αμφισβητείται ευθέως ο ρόλος της ως “προστάτιδας δύναμης” στην περιοχή.
![]()
Ο Ερντογάν θεωρεί τη Σομαλία στρατηγικό πυλώνα της τουρκικής ισχύος στην Αφρική και αντιμετωπίζει τη Σομαλιλάνδη ως απειλή και «διάσπαση» κράτους που η Άγκυρα στηρίζει. Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσονται και οι ακραίες προσωπικές επιθέσεις του κατά του Νετανιάχου, με φρασεολογία που ξεπερνά τη διπλωματία και στοχεύει ξεκάθαρα στην εσωτερική τουρκική κατανάλωση αλλά και στη συσπείρωση του ισλαμικού ακροατηρίου διεθνώς.
Από την άλλη η Συρία αποτελεί την καρδιά του ανταγωνισμού. Εδώ βρίσκεται ο πραγματικός πυρήνας της σύγκρουσης. Η Τουρκία διαθέτει στρατό στο έδαφος, ελέγχει τον βορρά, έχει περιορίσει το κουρδικό στοιχείο, απαιτεί ρόλο στη «μετα-Άσαντ» Συρία.
Το Ισραήλ δεν επιδιώκει κατοχή εδάφους, θέτει κόκκινες γραμμές σε Ιράν και Χεζμπολάχ, διατηρεί απόλυτη αεροπορική υπεροχή, δεν θα ανεχθεί τουρκική παρουσία νότια, κοντά στο Γκολάν και στους Δρούζους.
![]()
Το αποτέλεσμα είναι σαφές η Τουρκία κερδίζει έδαφος, το Ισραήλ κερδίζει στρατηγική αποτροπή.
Ιδιαίτερη βαρύτητα είχε η εικόνα του Νετανιάχου δίπλα στον πρόεδρο των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, με τον Αμερικανό πρόεδρο να εξυμνεί τον Ερντογάν για τη Συρία, να τον αποκαλεί «φίλο» και να αφήνει ανοιχτό το ζήτημα των F-35. Όμως η διπλωματία δεν κρίνεται από φιλοφρονήσεις αλλά από κόκκινες γραμμές.
Ο Τραμπ γνωρίζει ότι, το Ισραήλ παραμένει αδιαπραγμάτευτη προτεραιότητα, η Τουρκία είναι χρήσιμη αλλά αναξιόπιστη, και ο έλεγχος του Ερντογάν απαιτεί «καρότο και μαστίγιο». Οι δημόσιοι έπαινοι δεν ισοδυναμούν με στρατηγική ταύτιση ούτε με αποδοχή της τουρκικής αναθεωρητικής πολιτικής.
Σε αυτό το ρευστό περιβάλλον, η Ελλάδα δεν έχει την πολυτέλεια ψευδαισθήσεων. Η Άγκυρα συνεχίζει να αμφισβητεί ευθέως το δικαίωμα της Ελλάδας στην επέκταση των χωρικών υδάτων στα 12 ναυτικά μίλια, διατηρεί το casus belli ως επίσημη απειλή πολέμου, προβάλλει ανυπόστατους ισχυρισμούς περί «ειδικών συνθηκών» στο Αιγαίο.
Η ελληνική θέση είναι ξεκάθαρη, το δικαίωμα επέκτασης των χωρικών υδάτων είναι κυριαρχικό και απορρέει από το Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας. Η Τουρκία δεν το αναγνωρίζει, όχι επειδή έχει νομικά επιχειρήματα, αλλά επειδή χάνει γεωπολιτικά.
![]()
Ακριβώς γι’ αυτό η Αθήνα επενδύει συστηματικά στην αποτροπή ενίσχυση Πολεμικού Ναυτικού με φρεγάτες Belharra, αεροπορική υπεροχή με Rafale και F-16 Viper, αναβάθμιση επιτήρησης και διαλειτουργικότητας με συμμάχους. Η αποτροπή δεν είναι πολεμοχαρής πολιτική είναι προϋπόθεση ειρήνης.
Σε αυτό το πλαίσιο, καθοριστικό ρόλο έχει διαδραματίσει και η Κίμπερλι Γκιλφόιλ, η οποία ως πρέσβης συνέβαλε ουσιαστικά στη γεωπολιτική αναβάθμιση της Ελλάδας, ενισχύοντας τους δεσμούς με τις ΗΠΑ και κατ’ επέκταση με το Ισραήλ. Η Ελλάδα αναδεικνύεται σε ενεργειακό κόμβο, με υποδομές και συνεργασίες που αυξάνουν το γεωστρατηγικό της βάρος.
Ο Ερντογάν θα συνεχίσει να ανεβάζει τους τόνους, να παίζει τον ρόλο του «θύματος» και να παρουσιάζει την Τουρκία ως δήθεν αμυνόμενη δύναμη. Η πραγματικότητα, όμως, είναι γνωστή σε Ουάσινγκτον, Τελ Αβίβ και Βρυξέλλες. Καρτερεί τα F-35 αλλά καλό είναι να κρατάμε μικρό καλάθι και για το πράσινο φως και για τους όρους.
Η Ελλάδα, αντίθετα, επενδύει στη σωστή πλευρά της Ιστορίας συμμαχίες, ισχύς, διεθνές δίκαιο και καθαρά μηνύματα αποτροπής.
Και αυτό είναι το πιο ισχυρό αντίβαρο σε κάθε μορφή αναθεωρητισμού.