Στις επιπτώσεις της πρόσφατης κακοκαιρίας, στα συμπεράσματα της Συνόδου Κορυφής και στις εξελίξεις στα Ελληνοτουρκικά αναφέρθηκε ο υφυπουργός παρά τω Πρωθυπουργώ και κυβερνητικός εκπρόσωπος Παύλος Μαρινάκης, μιλώντας στην εκπομπή «Συνδέσεις» του ΕΡΤnews.
Αναφερόμενος στις αντοχές των υποδομών και στην ετοιμότητα του κρατικού μηχανισμού, υπογράμμισε ότι η συζήτηση έχει δύο βασικούς άξονες. Την κατάσταση των έργων και την αντίδραση της Πολιτείας. Όπως σημείωσε, «πάντοτε εχθρός του καλού είναι το καλύτερο», υπενθυμίζοντας ότι έως το 2019 η πολιτική προστασία υπήρχε περισσότερο τυπικά, ενώ τα τελευταία 6,5 χρόνια έχει διαμορφωθεί ένας μηχανισμός που ανταποκρίνεται υποδειγματικά ακόμη και σε πρωτόγνωρες συνθήκες. Τόνισε ωστόσο ότι αυτό δεν αναιρεί το ενδεχόμενο δύσκολων ημερών και τραγικών απωλειών, όπως εκείνες που καταγράφηκαν πρόσφατα με δύο νεκρούς.
Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος στάθηκε στη σημασία της λειτουργίας του 112, επισημαίνοντας ότι πλέον οι πολίτες ειδοποιούνται έγκαιρα, υπάρχουν σχέδια εκκένωσης και καλύτερη πρόβλεψη κινδύνων, σε αντίθεση με το παρελθόν όπου χάνονταν ζωές και περιουσίες χωρίς καμία προειδοποίηση.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στην Αττική, όπου όπως είπε βρίσκονται σε εξέλιξη «έξι πολύ μεγάλα έργα θωράκισης», με σαφές χρονοδιάγραμμα, ενώ τα αρμόδια υπουργεία καταβάλλουν συντονισμένη προσπάθεια για την έγκαιρη ολοκλήρωσή τους.
Παράλληλα, επεσήμανε ότι η βασική αιτία πολλών προβλημάτων είναι τα αυθαίρετα, ασκώντας κριτική σε δεκαετίες πρακτικών με ευθύνη κράτους, αυτοδιοίκησης και πολιτικών παραγόντων. Όπως ανέφερε, η δημόσια συζήτηση συχνά γίνεται με υποκρισία, όταν για χρόνια η αυθαιρεσία γινόταν ανεκτή. Ξεκαθάρισε πάντως ότι δεν υπάρχει σχέδιο κατεδαφίσεων που θα οδηγούσε πολίτες σε απώλεια περιουσίας.
Για την τακτοποίηση ακινήτων διευκρίνισε ότι υπάρχουν διαφορετικές κατηγορίες, τονίζοντας πως περιπτώσεις που άπτονται ζητημάτων ασφάλειας και κρίσιμων υποδομών δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται με παρατάσεις, ενώ άλλες λιγότερο επικίνδυνες μπορούν να ρυθμιστούν προς όφελος και των πολιτών και του κράτους.
Αναφερόμενος στη Σύνοδο Κορυφής, σημείωσε ότι η Ελλάδα βρίσκεται στον πυρήνα της Ευρώπης και λειτουργεί ως κυρίαρχο ευρωπαϊκό κράτος που δεν διαπραγματεύεται ζητήματα διεθνούς δικαίου. Τόνισε επίσης τη στρατηγική σχέση με τις Ηνωμένες Πολιτείες, στην οποία η κυβέρνηση επενδύει και επιδιώκει να εμβαθύνει.
Υπογράμμισε τη σημασία της γνώσης και της συνθετικής ικανότητας του Πρωθυπουργού, επισημαίνοντας ότι η εξωτερική πολιτική αποτελεί πεδίο σοβαρής και υπεύθυνης άσκησης και όχι επικοινωνιακό παιχνίδι.
Σχετικά με τη Γροιλανδία, μετέφερε τη θέση που διατυπώθηκε στις Βρυξέλλες, ότι δεν μπορεί να υπάρξει καμία ενέργεια που να παραβιάζει την κυριαρχία του Βασιλείου της Δανίας, καθώς πρόκειται για ευρωπαϊκό έδαφος. Όπως ανέφερε χαρακτηριστικά, «Τελεία και παύλα». Πρόσθεσε ότι οι ανησυχίες των ΗΠΑ για τον Αρκτικό Κύκλο έχουν βάση, αλλά δεν μπορούν να τεθούν πάνω από το διεθνές δίκαιο.
Για το Συμβούλιο Ειρήνης σημείωσε ότι ο βασικός προβληματισμός των 13 ευρωπαϊκών χωρών που είχαν προσκληθεί ήταν να περιοριστεί η συζήτηση αποκλειστικά στην ειρήνη στη Γάζα. Εκτίμησε ότι η πρόταση του Κυριάκου Μητσοτάκη να τεθεί αυτός ο όρος συμμετοχής μπορεί να ξεμπλοκάρει τη διαδικασία και να επιτρέψει την ουσιαστική συζήτηση.
Στο πεδίο των Ελληνοτουρκικών, απέρριψε κάθε σενάριο μεσολάβησης τρίτων, τονίζοντας ότι η μόνη διαφορά με την Τουρκία αφορά τον καθορισμό ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδας, χωρίς καμία έκπτωση σε θέματα κυριαρχίας. Η ελληνική θέση, όπως είπε, παραμένει σταθερή και αδιαπραγμάτευτη.
Για το ενδεχόμενο συνάντησης Μητσοτάκη–Ερντογάν δήλωσε ότι «Θα γίνει βεβαίως», επισημαίνοντας ότι οι συζητήσεις είναι ιδιαίτερα προχωρημένες και απομένει η ανακοίνωση της ακριβούς ημερομηνίας, μαζί με το επόμενο Ανώτατο Συμβούλιο Συνεργασίας.
Ο κ. Μαρινάκης υπογράμμισε ότι στην πολιτική και ειδικά στη διακυβέρνηση είναι κρίσιμο ο Πρωθυπουργός να ορίζει την ατζέντα τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό. Αντιπαρέβαλε τη στάση της συνέπειας και του διαλόγου με τον εύκολο δρόμο του ανέξοδου πατριωτισμού, σημειώνοντας ότι η επιλογή του Κυριάκου Μητσοτάκη όχι μόνο δεν μίκρυνε τη χώρα αλλά την ενίσχυσε ουσιαστικά.
Αναφέρθηκε στις συμφωνίες ΑΟΖ με Αίγυπτο και Ιταλία, στον θαλάσσιο χωροταξικό σχεδιασμό, στην ενίσχυση των Ενόπλων Δυνάμεων με Rafale και Belharra, στην αντίδραση στον Έβρο και στη μείωση κατά 80% των μεταναστευτικών ροών, καθώς και στον μηδενισμό των παραβιάσεων του εναέριου χώρου.
Τέλος, σχολιάζοντας ερωτήσεις για πιθανούς πολιτικούς αντιπάλους, σημείωσε ότι η επιλογή αντιπάλου είναι αλαζονική και τελικά κρίνεται από τους πολίτες στις κάλπες. Χαρακτήρισε απαράδεκτη τη δήλωση της Μαρίας Καρυστιανού για τις αμβλώσεις, ξεκαθαρίζοντας ότι το σώμα μιας γυναίκας δεν τίθεται υπό διαπραγμάτευση, ενώ κατηγόρησε πολιτικούς χώρους ότι αναζητούν πρόσωπα για να πλήξουν τον Πρωθυπουργό, μετατοπίζοντας την πολιτική ατζέντα.