Σοκ προκαλούν οι περιγραφές Ιρανών διαδηλωτών για την αιματηρή καταστολή των κινητοποιήσεων, την ώρα που ο Ντόναλντ Τραμπ κλιμακώνει την πίεση προς την Τεχεράνη, στοχοποιώντας ευθέως τις χώρες που διατηρούν εμπορικές σχέσεις με το ιρανικό καθεστώς. Ο Αμερικανός πρόεδρος ανακοίνωσε την επιβολή πρόσθετων δασμών 25% σε κάθε κράτος που «κάνει δουλειές» με την Ισλαμική Δημοκρατία, ξεκαθαρίζοντας ότι το μέτρο είναι «οριστικό» και εφαρμόζεται άμεσα.
Η απόφαση έρχεται σε μια περίοδο όπου ο απολογισμός των αντικυβερνητικών διαδηλώσεων στο Ιράν βαραίνει δραματικά. Σύμφωνα με οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, οι νεκροί από τις πανεθνικές κινητοποιήσεις ανέρχονται σε τουλάχιστον 646, με τον αριθμό να θεωρείται πιθανό ότι θα αυξηθεί. Οι διαδηλώσεις εξαπλώνονται σε ολόκληρη τη χώρα, παρά το μπλακάουτ στο διαδίκτυο και τα αυστηρά μέτρα ελέγχου.
Ο Τραμπ, σύμφωνα με πληροφορίες, εξετάζει ευρύτερο πλέγμα πιέσεων κατά της Τεχεράνης, χωρίς να αποκλείει ακόμη και στρατιωτικές επιλογές. Από τον Λευκό Οίκο διαμηνύεται ότι ο Αμερικανός πρόεδρος «δεν φοβάται» τη χρήση ισχύος, αν και δηλώνει πως προτιμά τη διπλωματική οδό. Την ίδια στιγμή, αξιωματούχοι αναφέρουν ότι τα μηνύματα που στέλνει κατ’ ιδίαν το Ιράν στην Ουάσινγκτον διαφέρουν αισθητά από τη δημόσια ρητορική του.
Στο εσωτερικό της χώρας, οι μαρτυρίες πολιτών αποτυπώνουν εικόνες ωμής βίας. Ο «Ομίντ», περίπου 40 ετών, περιέγραψε πως είδε δυνάμεις ασφαλείας να πυροβολούν απευθείας άοπλους διαδηλωτές. Όπως είπε, οι πυροβολισμοί ήταν στοχευμένοι, με ανθρώπους να πέφτουν νεκροί μπροστά στα μάτια του. Ανέφερε ότι χρησιμοποιήθηκαν αυτόματα όπλα τύπου Καλάσνικοφ σε μικρή πόλη του νότιου Ιράν, όπου συμμετείχε στις διαδηλώσεις λόγω της κατάρρευσης της οικονομίας. «Μαχόμαστε έναντια σε ένα βίαιο καθεστώς με άδεια χέρια», τόνισε.
Ανάλογες περιγραφές έρχονται και από την Τεχεράνη. Νεαρή γυναίκα χαρακτήρισε την Πέμπτη «Ημέρα της κρίσης», λέγοντας ότι ακόμη και συνοικίες που συνήθως μένουν μακριά από διαδηλώσεις είχαν πλημμυρίσει από κόσμο. Την επόμενη ημέρα, όπως είπε, «μόνο σκότωναν και σκότωναν και σκότωναν». Η εμπειρία αυτή, ανέφερε, την διέλυσε ψυχολογικά, περιγράφοντας την Παρασκευή ως μια αιματηρή καμπή.
Μετά τα γεγονότα, πολλοί κάτοικοι φοβήθηκαν να βγουν στους δρόμους και άρχισαν να φωνάζουν συνθήματα από τα σπίτια και τα στενά. Η πόλη, σύμφωνα με την ίδια, έμοιαζε με εμπόλεμη ζώνη, με διαδηλωτές και δυνάμεις ασφαλείας να παίρνουν θέσεις. «Σε έναν πόλεμο και οι δύο πλευρές έχουν όπλα. Εδώ, ο κόσμος μόνο φωνάζει συνθήματα και σκοτώνεται. Είναι ένας μονόπλευρος πόλεμος», είπε.
Στη Φαρντίς, δυτικά της Τεχεράνης, αυτόπτες μάρτυρες κατέθεσαν ότι μέλη της παραστρατιωτικής πολιτοφυλακής Μπασίτζ εμφανίστηκαν αιφνιδιαστικά, ύστερα από ώρες απουσίας της αστυνομίας. Κινούμενοι με μοτοσικλέτες και φορώντας στολές, άνοιξαν πυρ με πραγματικά πυρά. Παράλληλα, αυτοκίνητα χωρίς διακριτικά φέρονται να εισέβαλαν σε στενά, πυροβολώντας ακόμη και ανθρώπους που δεν συμμετείχαν στις κινητοποιήσεις. Όπως ειπώθηκε χαρακτηριστικά, «Δύο ή τρία άτομα σκοτώθηκαν σε κάθε σοκάκι».
Την ίδια ώρα, ο ανώτατος θρησκευτικός ηγέτης του Ιράν, Αλί Χαμενεΐ, επιχείρησε να στείλει μήνυμα ισχύος προς το εξωτερικό, χαρακτηρίζοντας τις μαζικές φιλοκυβερνητικές συγκεντρώσεις «προειδοποίηση» προς τις ΗΠΑ. Δήλωσε ότι στόχος τους ήταν να σταματήσουν «τις παραπλανητικές δολοπλοκίες» της Ουάσινγκτον και υποστήριξε πως οι κινητοποιήσεις αυτές ανέτρεψαν τα σχέδια «ξένων εχθρών» και «Ιρανών μισθοφόρων».
Σε διεθνές επίπεδο, έντονη ανησυχία εκφράζεται για τη χρήση θανατηφόρας βίας. Εκπρόσωποι των Ηνωμένων Εθνών υπογραμμίζουν ότι η καταστολή των ειρηνικών διαδηλώσεων και οι θάνατοι αμάχων συνιστούν κατάφωρη παραβίαση του διεθνούς δικαίου ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Όπως τονίζεται, οι πολίτες έχουν εγγενές δικαίωμα να διαδηλώνουν ειρηνικά και οι δυνάμεις ασφαλείας οφείλουν να τους προστατεύουν, ενώ οποιαδήποτε χρήση βίας πρέπει να είναι αναλογική, κάτι που, όπως σημειώνεται, δεν φαίνεται να ισχύει στην περίπτωση του Ιράν.