Οι Ηνωμένες Πολιτείες, η Ρωσία και η Ουκρανία σπάνια βρίσκουν κοινό έδαφος. Ωστόσο, καθώς οι αντιπροσωπείες τους συναντώνται στο Άμπου Ντάμπι, στην πρώτη τριμερή επαφή μετά την έναρξη της ρωσικής εισβολής τον Φεβρουάριο του 2022, φαίνεται να καταλήγουν σε μία κοινή διαπίστωση. Το μοναδικό ανοιχτό και καθοριστικό ζήτημα παραμένει το εδαφικό, με επίκεντρο την ανατολική ουκρανική περιοχή που είναι γνωστή ως Ντονμπάς.
Οι τοποθετήσεις πριν από τη συνάντηση δεν καλλιεργούν προσδοκίες. «Όλα περιστρέφονται γύρω από το ανατολικό τμήμα της χώρας μας, γύρω από τη γη» δήλωσε ο Βολοντίμιρ Ζελένσκι, αναφερόμενος στη σταθερή απαίτηση της Μόσχας να παραδοθούν τα τμήματα του Ντονμπάς που εξακολουθούν να βρίσκονται υπό ουκρανικό έλεγχο.
Παρότι ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ έχει αφήσει να εννοηθεί ότι μια συμφωνία μπορεί να είναι κοντά, ο Ουκρανός πρόεδρος επανέλαβε ότι το Κίεβο δεν πρόκειται να αποδεχθεί απώλεια εδαφών. Αντίστοιχα, από τη ρωσική πλευρά, ο σύμβουλος του Κρεμλίνου Γιούρι Ουσάκοφ ξεκαθάρισε μετά τη συνάντησή του με τον ειδικό απεσταλμένο των ΗΠΑ Στιβ Γουίτκοφ ότι η Μόσχα δεν προτίθεται να κάνει πίσω. Τόνισε μάλιστα ότι δεν μπορεί να υπάρξει βιώσιμη συμφωνία «χωρίς επίλυση του εδαφικού ζητήματος», προειδοποιώντας πως η Ρωσία θα συνεχίσει να επιδιώκει τους στόχους της «στο πεδίο της μάχης» μέχρι να υπάρξει τελικός διακανονισμός.
Το CNN επιχειρεί να φωτίσει τι ακριβώς είναι το Ντονμπάς και γιατί η Ρωσία το επιδιώκει με τέτοια επιμονή, συγκρίσιμη με τον τρόπο που ο Ντόναλντ Τραμπ βλέπει τη Γροιλανδία. Το Ντονμπάς περιλαμβάνει τις ανατολικές ουκρανικές περιφέρειες του Ντονέτσκ και του Λουχάνσκ, περιοχές πλούσιες σε άνθρακα, που για δεκαετίες αποτέλεσαν τον βιομηχανικό πυρήνα της χώρας. Διαθέτουν ισχυρή χαλυβουργία, ανεπτυγμένα δίκτυα μεταφορών και πρόσβαση στη Θάλασσα του Αζόφ μέσω ποταμών και καναλιών.
Παράλληλα, η περιοχή συνδυάζει εύφορα αγροτικά εδάφη με σημαντικά ορυκτά αποθέματα, γεγονός που ενισχύει καταλυτικά τη στρατηγική και οικονομική της αξία.
Ο Βλαντίμιρ Πούτιν δεν έχει κρύψει ότι αμφισβητεί το δικαίωμα της Ουκρανίας να υπάρχει ως ανεξάρτητο κράτος, θέτοντας υπό αμφισβήτηση την κυριαρχία που απέκτησε μετά τη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης το 1991. Έχει επανειλημμένα υποστηρίξει ότι Ρώσοι και Ουκρανοί αποτελούν μέρος μιας ενιαίας «ιστορικής Ρωσίας», ενώ έχει κατηγορήσει το Κίεβο, χωρίς αποδείξεις, για «γενοκτονία» ρωσόφωνων πληθυσμών.
Ιστορικά, το Ντονμπάς ήταν η πιο «ρωσική» περιοχή της Ουκρανίας, με υψηλό ποσοστό ρωσόφωνων κατοίκων. Εκεί ακριβώς ξεκίνησε το 2014 η προσπάθεια αποσταθεροποίησης και ελέγχου της χώρας από τη Μόσχα.
Η σύγκρουση κλιμακώθηκε πριν από δώδεκα χρόνια, όταν η Ρωσία προσάρτησε παράνομα την Κριμαία μέσω μυστικής στρατιωτικής επιχείρησης με στρατιώτες χωρίς διακριτικά. Την ίδια περίοδο άρχισε να στηρίζει φιλορώσους αυτονομιστές στο Ντονμπάς, οι οποίοι κατέλαβαν τμήματα των περιφερειών Ντονέτσκ και Λουχάνσκ και τις πρωτεύουσές τους, εκμεταλλευόμενοι την τότε αδυναμία του ουκρανικού στρατού.
Για χρόνια η Μόσχα αρνιόταν την παρουσία δικών της δυνάμεων στην περιοχή, όμως ΗΠΑ, ΝΑΤΟ και ουκρανικές αρχές υποστήριζαν ότι παρείχε όπλα, πληροφορίες, στρατιωτικούς συμβούλους και στελέχωνε τους αυτονομιστές με Ρώσους αξιωματικούς. Ο πόλεμος στο Ντονμπάς έμενε επί σχεδόν οκτώ χρόνια στο περιθώριο της διεθνούς προσοχής, παρά τους περίπου 14.000 νεκρούς που καταγράφουν ουκρανικά στοιχεία.
Τον Φεβρουάριο του 2022, ο Πούτιν αναγνώρισε τις αυτοανακηρυχθείσες «Λαϊκές Δημοκρατίες» του Ντονέτσκ και του Λουχάνσκ και λίγες ημέρες αργότερα εξαπέλυσε τη γενικευμένη εισβολή στην Ουκρανία.
Σήμερα, ύστερα από σχεδόν τέσσερα χρόνια πολέμου και παρά το αριθμητικό και υλικό πλεονέκτημα της Ρωσίας, η Μόσχα δεν έχει καταφέρει να θέσει υπό πλήρη έλεγχο το Ντονμπάς. Ελέγχει σχεδόν ολόκληρη την περιφέρεια Λουχάνσκ και περίπου το 70 τοις εκατό του Ντονέτσκ.
Το υπόλοιπο έδαφος, το οποίο η Ρωσία απαιτεί να της παραδοθεί, βρίσκεται κατά τα δύο τρίτα υπό ουκρανικό έλεγχο, ενώ το υπόλοιπο αποτελεί ζώνη σφοδρών και διαρκών συγκρούσεων. Σύμφωνα με εκτιμήσεις του Institute for the Study of War, με τον σημερινό ρυθμό προέλασης θα απαιτηθούν τουλάχιστον άλλοι δεκαοκτώ μήνες για να καταλάβει η Ρωσία τα εναπομείναντα ουκρανικά εδάφη.
Ο Ζελένσκι επιμένει ότι οι μόνιμες εδαφικές παραχωρήσεις αποτελούν αδιαπραγμάτευτο όριο. Ακόμη και στην υποθετική περίπτωση λαϊκής συναίνεσης, μια τέτοια συμφωνία θα παραβίαζε το Διεθνές Δίκαιο που απαγορεύει την κατάκτηση εδαφών διά της βίας. Το Κίεβο, με τη στήριξη των Ευρωπαίων, αφήνει ανοιχτό μόνο το ενδεχόμενο αναγνώρισης της σημερινής κατάστασης στο πεδίο στο πλαίσιο μιας κατάπαυσης του πυρός, ώστε να σταματήσει η αιματοχυσία, ουσιαστικά παγώνοντας τη σύγκρουση στα σημερινά μέτωπα.
Η οριστική απώλεια του Ντονμπάς, ωστόσο, θα είχε σοβαρές συνέπειες για την άμυνα της χώρας. Στην περιοχή βρίσκεται ο λεγόμενος αμυντικός δακτύλιος βιομηχανικών πόλεων, σιδηροδρομικών γραμμών και βασικών οδικών αξόνων που στηρίζουν την πρώτη γραμμή. Η απώλειά του θα άφηνε την ανατολική Ουκρανία ευάλωτη σε μελλοντικές ρωσικές επιθέσεις.
Οι λεπτομέρειες των τελευταίων προτάσεων παραμένουν ασαφείς. Ο Ζελένσκι έχει αναφέρει ότι αμερικανική πρόταση προέβλεπε τη δημιουργία «ελεύθερης οικονομικής ζώνης» στα ουκρανικά ελεγχόμενα τμήματα του Ντονμπάς, με αντάλλαγμα εγγυήσεις ασφαλείας, χωρίς να είναι σαφές αν η Ρωσία θα δεχόταν ένα τέτοιο σχήμα.
Την ίδια στιγμή, διεθνείς οργανώσεις, ουκρανικές αρχές και μέσα ενημέρωσης καταγράφουν εκτεταμένες παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων στις κατεχόμενες περιοχές. Αυθαίρετες συλλήψεις, εξαφανίσεις, βασανιστήρια, σεξουαλική βία και πλήρης καταστολή πολιτικών ελευθεριών περιγράφονται σε εκθέσεις, με τον ΟΗΕ να επισημαίνει τον περασμένο Νοέμβριο ότι οι ρωσικές αρχές κατοχής συνεχίζουν να παραβιάζουν θεμελιώδεις κανόνες του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου.
Κάτοικοι που κατάφεραν να διαφύγουν κάνουν λόγο για εξαναγκαστική απόκτηση ρωσικών διαβατηρίων, ιδεολογική κατήχηση παιδιών και βίαιες τιμωρίες σε κάθε μορφή αντίστασης.