Κυριακή 25 Ιανουαρίου 2026


ΑρχικήΕιδήσειςΚόσμοςΠαγώνει (ξανά) ο Τράμπ την Ευρώπη;

Παγώνει (ξανά) ο Τράμπ την Ευρώπη;

Της Μαριάννας Γεωργαντή

Η υπόθεση της Γροιλανδίας εξελίσσεται πλέον σε έναν από τους πιο χαρακτηριστικούς καθρέφτες της νέας παγκόσμιας πραγματικότητας, από τη μία, μια Ευρώπη που δεν τολμά να σηκώσει ανάστημα, που δεν υπερασπίζεται ούτε τις αρχές της ούτε τους συμμάχους της, και από την άλλη, ο Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος χωρίς να επενδύσει ούτε ένα ευρώ, χωρίς να στείλει στρατό, χωρίς να κλιμακώσει στρατιωτικά και χωρίς καμία αιματηρή σύγκρουση, καταφέρνει να κερδίσει αυτό που πραγματικά ήθελε, την έναρξη επίσημων διαπραγματεύσεων της Γροιλανδίας με τις Ηνωμένες Πολιτείες και ουσιαστικά τον στρατηγικό έλεγχο ενός από τα σημαντικότερα γεωπολιτικά σημεία του πλανήτη. Το εντυπωσιακότερο είναι πως την ίδια στιγμή η Ευρώπη πανηγυρίζει επειδή «απέφυγε» μια στρατιωτική κλιμάκωση που ποτέ δεν συνέβη, λες και αυτό αποτελεί επιτυχία από μόνο του. Το πραγματικό παιχνίδι δεν ήταν ποτέ το πεδίο μάχης, αλλά το τραπέζι των διαπραγματεύσεων και εκεί ο Τραμπ κέρδισε καθαρά.


Η έκτακτη ευρωπαϊκή σύνοδος στις Βρυξέλλες παρουσιάστηκε ως ευκαιρία για τους Ευρωπαίους ηγέτες να σταθούν με αυτοπεποίθηση, να μιλήσουν καθαρά και να προστατεύσουν τα συμφέροντα της ηπείρου τους. Αντί γι’ αυτό, προτίμησαν τη γνωστή ευρωπαϊκή συνταγή, γενικές διατυπώσεις περί «ενότητας», αλληλεγγύη που δεν συνοδεύτηκε από ουσία, καμία αναφορά στην κυριαρχία της Γροιλανδίας και το σημαντικότερο, πλήρη αποσιώπηση της ουσίας της συμφωνίας Ρούτε–Τραμπ. Ο πρωθυπουργός του Καναδά το είπε με τη μεγαλύτερη σαφήνεια: «Η Ευρώπη πρέπει να σηκώσει το ανάστημά της. Δεν μπορεί να εξαρτάται για τα πάντα από άλλους.» Και πράγματι, αυτό ακριβώς αποδείχθηκε ξανά. Η Ευρώπη παραμένει βαθιά εξαρτημένη από τις Ηνωμένες Πολιτείες για την άμυνά της, για την ενέργειά της, για τη στρατηγική της ασφάλεια. Εξαρτάται από την Κίνα για κρίσιμα μέταλλα, σπάνιες γαίες και βιομηχανικά προϊόντα. Και σε αυτή την κρίση έδειξε για ακόμη μία φορά ότι δεν μπορεί να διαχειριστεί μία υπόθεση που την αφορά άμεσα χωρίς να κοιτάζει τι θα πει η Ουάσινγκτον.

Η σύνοδος των Βρυξελλών δεν έδωσε καμία απάντηση στο βασικό ερώτημα. Τι ακριβώς συμφώνησε ο Ολλανδός πρωθυπουργός με τον Ντόναλντ Τραμπ; Κανένας δεν μίλησε δημόσια. Δεν υπήρξαν δηλώσεις, δεν υπήρξαν αναλύσεις, δεν υπήρξε καμία προσπάθεια διαφάνειας. Οι περισσότεροι Ευρωπαίοι ηγέτες έφυγαν από την πίσω πόρτα του κτιρίου, κυριολεκτικά, θέλοντας να αποφύγουν τον Τύπο και την πολιτική ευθύνη. Οι μόνοι που μίλησαν ήταν ο πρωθυπουργός της Δανίας και ο πρωθυπουργός της Γροιλανδίας – και αυτοί ήταν που αποκάλυψαν τις πιο κρίσιμες λεπτομέρειες. Η Δανή πρωθυπουργός, σε μια κίνηση που δείχνει την αμηχανία της Ευρώπης, ταξίδεψε άμεσα στη Γροιλανδία για να μάθει τι ακριβώς ειπώθηκε στις επαφές με την αμερικανική πλευρά. Το γεγονός και μόνο ότι ο επικεφαλής της κυβέρνησης που έχει την κυριαρχία επί της Γροιλανδίας χρειάστηκε να πάει επιτόπου για ενημέρωση, δείχνει πόσο εκτός κέντρου εξελίξεων βρίσκεται πλέον η Ευρώπη.

Το σημαντικότερο όμως ήταν η δήλωση του πρωθυπουργού της Γροιλανδίας, η τοπική κυβέρνηση εξετάζει την επίσημη έναρξη διαπραγματεύσεων με τις ΗΠΑ. Αυτό αποτελεί την ουσία της κρίσης και ταυτόχρονα την απόδειξη ότι ο Τραμπ πέτυχε στο ακέραιο τον στόχο του. Η Ουάσινγκτον αποκτά πρόσβαση σε μια περιοχή με τεράστια στρατηγική σημασία, αποκτά επιρροή στις εξορύξεις σπάνιων γαιών, αποκτά δυνατότητα ανάπτυξης κυρίαρχων ζωνών για στρατιωτικές υποδομές, και αποκλείει οριστικά την Κίνα και τη Ρωσία από την περιοχή. Και όλα αυτά χωρίς να χρειαστεί να ασκήσει στρατιωτική ισχύ. Χωρίς κόστη. Χωρίς πολιτικό ρίσκο. Χωρίς να παραβιάσει διεθνείς κανόνες.

Ο Τραμπ κατόρθωσε να μετατρέψει μια αρχική κρίση σε διαπραγματευτικό πλεονέκτημα. Εξασφάλισε πρόσβαση σε κρίσιματα ορυκτά, που είναι απαραίτητα για την αμυντική βιομηχανία και την ενεργειακή μετάβαση. Εδραίωσε την παρουσία των ΗΠΑ στην Αρκτική σε μια περίοδο που η λιώση των πάγων δημιουργεί νέους θαλάσσιους δρόμους και νέες γεωπολιτικές ισορροπίες. Δημιούργησε τις βάσεις για κυρίαρχες ζώνες τύπου «Κύπρου» χωρίς να χρειαστεί να μπει σε διαδικασίες έντασης ή σύγκρουσης. Επανέφερε την αμερικανική επιρροή στη Γροιλανδία σε επίπεδο που δεν είχε υπάρξει εδώ και δεκαετίες. Και φυσικά απέκλεισε την κινεζική και ρωσική οικονομική διείσδυση στην περιοχή, μία εξέλιξη που αποτελεί στρατηγική νίκη για τις ΗΠΑ.

Από την πλευρά των Αμερικανών ψηφοφόρων, όλα αυτά συγκλίνουν σε ένα συμπέρασμα. Ο Τραμπ φέρνει αποτελέσματα. Το πολιτικό του στυλ, σκληρή διαπραγμάτευση, απειλή αν χρειάζεται, αλλά γρήγορη και καθαρή συμφωνία χωρίς χάος, δείχνει το γιατί παραμένει τόσο δημοφιλής. Γιατί τον θεωρούν «αποτελεσματικό πρόεδρο». Γιατί πιστεύουν ότι προστατεύει τα αμερικανικά συμφέροντα καλύτερα από κάθε προηγούμενο. Η υπόθεση της Γροιλανδίας είναι η απόδειξη ότι η στρατηγική του Τραμπ δεν χρειάζεται πολέμους για να έχει αποτελέσματα. Χρειάζεται φαντασία, πίεση, και την αυτοπεποίθηση να διεκδικήσει αυτά που οι άλλοι θεωρούν «αδιανόητα».

Και η Ευρώπη; Η Ευρώπη βρέθηκε ακόμη μία φορά ανήμπορη να δράσει. Ανήμπορη να πάρει θέση. Ανήμπορη να υπερασπιστεί τα συμφέροντά της. Ανήμπορη να εξηγήσει στους πολίτες της τι ακριβώς συνέβη. Ανήμπορη να προστατεύσει ένα ευρωπαϊκό έδαφος, έστω κι αν έχει καθεστώς αυτονομίας. Ανήμπορη να μιλήσει για κυριαρχία, για δικαιώματα, για όρια. Ανήμπορη να σταθεί απέναντι σε έναν πρόεδρο που τελικά έκανε αυτό που ήθελε με την απλή δύναμη της διαπραγμάτευσης.

Το τελικό συμπέρασμα αυτής της κρίσης είναι πως ο Τραμπ πέτυχε όσα ήθελε για τη Γροιλανδία: στρατηγική πρόσβαση, νέα διαπραγμάτευση, αποκλεισμό Κίνας και Ρωσίας, ενίσχυση της αμερικανικής παρουσίας και ένα νέο κεφάλαιο αμερικανικής ισχύος στην Αρκτική. Η Ευρώπη, αντίθετα, φάνηκε αδύναμη, φοβική, εξαρτημένη, χωρίς στρατηγική και χωρίς φωνή. Η εικόνα που καταγράφηκε στο τέλος της συνόδου είναι ίσως η πιο συμβολική, οι Ευρωπαίοι ηγέτες έφευγαν από την πίσω πόρτα αποφεύγοντας τις κάμερες, ενώ ο Τραμπ επιχειρούσε ήδη τις πρώτες κινήσεις για συμφωνίες που θα καθορίσουν την επόμενη δεκαετία.

Σε αυτή την αντιπαράθεση, ο νικητής δεν είναι αυτός που έκανε λιγότερη φασαρία, αλλά αυτός που απέκτησε μεγαλύτερη επιρροή. Και αυτός, για ακόμη μία φορά, ήταν ο Ντόναλντ Τραμπ.



Ροη Ειδήσεων