Από την 1η Ιανουαρίου 2026 εφαρμόζεται το νέο πειθαρχικό δίκαιο στο Δημόσιο, εισάγοντας ένα αναμορφωμένο και σαφώς αυστηρότερο «καθεστώς» ευθυνών για τους υπαλλήλους. Ο νόμος 5225/25 επαναπροσδιορίζει τα όρια της υπηρεσιακής συμπεριφοράς, επεκτείνει τον κατάλογο των πειθαρχικών παραπτωμάτων και προβλέπει βαρύτερες ποινές, ακόμη και περισσότερες περιπτώσεις οριστικής παύσης.
Στο νέο πλαίσιο εντάσσονται πρόσθετα παραπτώματα, ενώ κωδικοποιούνται και παραβάσεις που έως σήμερα προβλέπονταν αποσπασματικά σε ειδικές διατάξεις. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται η μη δήλωση σύγκρουσης συμφερόντων, κάθε μορφή βίας ή παρενόχλησης στον χώρο εργασίας, η αδικαιολόγητη καθυστέρηση έκδοσης πράξεων έκπτωσης από την υπηρεσία, καθώς και η συμμετοχή σε εταιρείες ή δραστηριότητες ασυμβίβαστες με τη δημοσιοϋπαλληλική ιδιότητα.
Ξεχωριστό πειθαρχικό αδίκημα θεωρείται πλέον η άρνηση συμμετοχής στη διαδικασία αξιολόγησης είτε ως αξιολογητής είτε ως αξιολογούμενος. Σε αυτή την περίπτωση προβλέπεται πρόστιμο ίσο με δύο μηνιαίους μισθούς, ενώ η επανάληψη της άρνησης για δύο συνεχόμενες αξιολογικές περιόδους οδηγεί σε οριστική απομάκρυνση από την υπηρεσία.
Οι νέες ρυθμίσεις αφορούν το σύνολο των υπαλλήλων του Δημοσίου, των ΟΤΑ πρώτου και δεύτερου βαθμού και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου. Για τους δημοτικούς υπαλλήλους θεσπίζονται ειδικά παραπτώματα, όπως η μη χρήση των μέσων ατομικής προστασίας που χορηγεί η υπηρεσία και η αδικαιολόγητη απουσία από προληπτικούς ιατρικούς ελέγχους. Αντίστοιχα, σοβαρή παράβαση για τη διοίκηση του δήμου θεωρείται η μη παροχή των προβλεπόμενων μέσων προστασίας. Για το ένστολο προσωπικό της δημοτικής αστυνομίας, παράπτωμα συνιστά και η άρνηση χρήσης στολής και διακριτικού σήματος.
Στο υφιστάμενο πλέγμα κυρώσεων προστίθενται τρεις νέες ποινές, που αφορούν τη στέρηση μισθολογικού κλιμακίου για διάστημα έως πέντε έτη, την αφαίρεση έως τεσσάρων μισθολογικών κλιμακίων και την απαγόρευση άσκησης καθηκόντων προϊσταμένου για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα. Παράλληλα αυξάνονται τα ανώτατα όρια ποινών που μπορούν να επιβάλλουν τα πειθαρχικά όργανα, με χαρακτηριστικό παράδειγμα το πρόστιμο που δύναται να επιβάλει υπουργός και πλέον φτάνει έως τις αποδοχές πέντε μηνών.
Για πρώτη φορά εισάγεται η δυνατότητα της «πειθαρχικής συνδιαλλαγής», μέσω της οποίας ο ελεγχόμενος υπάλληλος μπορεί, υπό προϋποθέσεις, να ζητήσει ευνοϊκότερη μεταχείριση. Η ρύθμιση αυτή εφαρμόζεται μόνο σε παραπτώματα που δεν οδηγούν σε οριστική παύση και εφόσον δεν έχει προκληθεί οικονομική ζημιά ή αυτή έχει αποκατασταθεί πλήρως.
Από το νέο έτος τη διαχείριση των πειθαρχικών υποθέσεων αναλαμβάνει το Πειθαρχικό Συμβούλιο Ανθρώπινου Δυναμικού Δημόσιου Τομέα, το οποίο συγκροτείται από 60 μέλη του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και θα λειτουργεί σε τριμελείς και πενταμελείς συνθέσεις. Για εξαιρετικά σοβαρές υποθέσεις που αγγίζουν το δημόσιο αίσθημα προβλέπεται ειδικό πενταμελές κλιμάκιο.
Με το νέο σύστημα επιδιώκεται μεγαλύτερη διαφάνεια, αντικειμενικότητα και ταχύτητα στην απονομή της πειθαρχικής δικαιοσύνης, καθώς στο παρελθόν η έκδοση αποφάσεων μπορούσε να καθυστερήσει ακόμη και πέντε χρόνια. Τα πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια πειθαρχικά συμβούλια καταργούνται από τις αρχές του 2027 και οφείλουν να ολοκληρώσουν έως το τέλος του 2026 τις χιλιάδες εκκρεμείς υποθέσεις που βρίσκονται σήμερα σε αναμονή.