Τετάρτη 7 Ιανουαρίου 2026


ΑρχικήΕιδήσειςΠολιτικήΣύνταγμα σε αναβάθμιση: Ο Μητσοτάκης ανοίγει το δύσκολο project και ζητά καθαρές...

Σύνταγμα σε αναβάθμιση: Ο Μητσοτάκης ανοίγει το δύσκολο project και ζητά καθαρές θέσεις από όλους

Η κυβέρνηση επαναφέρει τη συνταγματική αναθεώρηση στο προσκήνιο και το κάνει με κίνηση υψηλού ρίσκου αλλά και υψηλής πολιτικής αξίας. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης βάζει στο τραπέζι θέματα που χρόνια συζητιούνται, αλλά συνήθως “κολλάνε” όταν πλησιάζει η ώρα της απόφασης. Δεν είναι μια άσκηση εντυπώσεων. Είναι μια προσπάθεια να μπει θεσμική τάξη σε πεδία όπου η κοινωνία βλέπει θολούρα, καθυστερήσεις και έλλειμμα εμπιστοσύνης.

Το σημαντικό είναι πως αυτή η διαδικασία δεν σηκώνει εύκολες ατάκες. Θέλει δομή, προτάσεις με αρχή, μέση και τέλος, και κυρίως πολιτική ωριμότητα. Με άλλα λόγια, δεν είναι content για ένα δελτίο, είναι δουλειά “back office” που κρίνει το πώς λειτουργεί η χώρα για χρόνια. Και εδώ ακριβώς η κυβέρνηση επιχειρεί να πετύχει κάτι που σπανίζει στην ελληνική πολιτική σκηνή: Συναίνεση με όρους ουσίας, όχι συναίνεση βιτρίνας.


Στο κέντρο της συζήτησης βρίσκεται η ευθύνη υπουργών. Είναι ένα θέμα που έχει γίνει συνώνυμο της καχυποψίας του κόσμου απέναντι στο πολιτικό σύστημα, γιατί πολλοί πολίτες νιώθουν ότι η λογοδοσία δεν πατάει γερά. Η προσέγγιση που προκρίνεται δείχνει να κινείται προς πιο καθαρό ρόλο της τακτικής Δικαιοσύνης και λιγότερο χώρο για πολιτικού τύπου “φιλτραρίσματα”. Αυτό είναι μια κίνηση που, αν γίνει σωστά, μπορεί να λειτουργήσει ως θεσμικό restart αξιοπιστίας. Το λεπτό σημείο είναι να ενισχυθεί η λογοδοσία χωρίς να γίνει η πολιτική ζωή μόνιμο δικαστικό πεδίο μάχης, όπου κάθε επιλογή θα αντιμετωπίζεται σαν υπόθεση προς ποινική διερεύνηση. Θέλει ισορροπία, θέλει σοβαρό σχεδιασμό και θέλει καθαρές εγγυήσεις.

Δεύτερος πυλώνας είναι το Δημόσιο. Η κουβέντα για αξιολόγηση, αποτελεσματικότητα και κουλτούρα απόδοσης δεν είναι θεωρία, είναι καθημερινότητα για τον πολίτη. Όταν υπηρεσίες καθυστερούν, όταν ο χρόνος χάνεται σε διαδικασίες, όταν δεν υπάρχει accountability, αυτό δεν είναι “ιδεολογικό θέμα”, είναι πρόβλημα παραγωγικότητας και ποιότητας ζωής. Η κυβερνητική κατεύθυνση δείχνει να στοχεύει σε κράτος που λειτουργεί με στόχους και ευθύνη, όχι με αυτόματο πιλότο. Και εδώ η αντιπολίτευση καλείται να απαντήσει με κάτι χειροπιαστό: θέλει ένα Δημόσιο που να μετριέται και να βελτιώνεται ή απλώς θέλει να μείνει όλα ως έχουν, βαφτίζοντας κάθε αλλαγή “απειλή”; Γιατί οι πολίτες δεν αγοράζουν άλλο το “δεν γίνεται”.

Σημαντικό μέτωπο είναι και η Παιδεία, με τη συζήτηση για μη κρατικά, μη κερδοσκοπικά πανεπιστήμια να επιστρέφει δυνατά. Είναι πεδίο που προκαλεί αντιδράσεις, αλλά είναι και πεδίο όπου μια κυβέρνηση οφείλει να ξεκαθαρίσει τι θέλει και πώς θα το εγγυηθεί. Αν το πλαίσιο χτιστεί με αυστηρά standards, ισχυρή εποπτεία και καθαρούς κανόνες ποιότητας, τότε μιλάμε για προσπάθεια διεύρυνσης επιλογών χωρίς να διαλυθεί το δημόσιο πανεπιστήμιο. Αν όμως γίνει “ιδεολογικό μπραντεφέρ”, τότε θα δούμε άλλο ένα επεισόδιο πόλωσης χωρίς αποτέλεσμα. Το στοίχημα εδώ είναι να κυριαρχήσει το έργο, όχι το σύνθημα.

Στο τραπέζι μπαίνει και η Δικαιοσύνη, ειδικά στο κομμάτι της ηγεσίας και της θεσμικής εμπιστοσύνης. Η κοινωνία θέλει να πιστεύει ότι η Δικαιοσύνη στέκεται πάνω από την πολιτική σύγκρουση. Άρα οποιαδήποτε αλλαγή οφείλει να στοχεύει σε περισσότερη διαφάνεια, πιο καθαρά κριτήρια και λιγότερα “γκρίζα σημεία” που γεννούν υποψίες. Αν αυτό προχωρήσει σοβαρά, θα είναι μία από τις πιο ουσιαστικές πλευρές της αναθεώρησης.

Παράλληλα ανοίγει η συζήτηση για τη συμμετοχή των πολιτών και τον τρόπο ψηφοφορίας, με στόχο ένα σύστημα πιο λειτουργικό και πιο προσβάσιμο, χωρίς να παίζει κορώνα γράμματα η αξιοπιστία της διαδικασίας. Επίσης, υπάρχει πεδίο για πιο στιβαρές περιβαλλοντικές προβλέψεις, ώστε η προστασία φυσικών πόρων και η βιώσιμη ανάπτυξη να μη μένουν σε ευχές, αλλά να αποκτούν θεσμικό βάρος και συνέπεια στον χρόνο.

Το πολιτικό συμπέρασμα είναι απλό και καθαρό. Όταν ανοίγει το Σύνταγμα, τελειώνουν οι υπεκφυγές. Ο Μητσοτάκης παίρνει πρωτοβουλία σε ένα δύσκολο θεσμικό πεδίο, βάζει ατζέντα και ζητά από όλους να μιλήσουν συγκεκριμένα. Δεν σημαίνει ότι κάθε πρόταση είναι υπεράνω κριτικής, σημαίνει όμως ότι υπάρχει κίνηση, σχέδιο και διάθεση να μετρηθούν όλοι στην πράξη. Και τώρα η αντιπολίτευση έχει επιλογή: να μπει στη διαδικασία με σοβαρές προτάσεις ή να μείνει στο μόνιμο “όχι” και στο σχολιασμό από την εξέδρα.

Με λίγα λόγια, αυτό δεν είναι debate για εντυπώσεις. Είναι διαδικασία με στόχο τα αποτελέσματα. Και εκεί θα φανεί ποιος θέλει πραγματικά να αλλάξει κανόνες και ποιος απλώς θέλει να αλλάξει θέμα.



Ροη Ειδήσεων