Παρασκευή 30 Ιανουαρίου 2026


ΑρχικήΕΛΛΑΔΑΕθνικάΤριάντα χρόνια από την εθνική ήττα των Ιμίων: Το χρονικό των σφαλμάτων...

Τριάντα χρόνια από την εθνική ήττα των Ιμίων: Το χρονικό των σφαλμάτων που οδήγησαν στην τραγωδία

Ιμια, 30 και 31 Ιανουαρίου 1996. Μια ιστορική τομή στις ελληνοτουρκικές σχέσεις, καθώς για πρώτη φορά η Τουρκία επιχείρησε με στρατιωτικά μέσα να αμφισβητήσει ευθέως την ελληνική κυριαρχία σε δύο μικρές βραχονησίδες του νοτιοανατολικού Αιγαίου. Στο ήδη αστήρικτο πλαίσιο διεκδικήσεων που προέβαλλε η Αγκυρα απέναντι στην Ελλάδα, όπως τα όρια του εναέριου χώρου, το FIR Αθηνών και η αποστρατικοποίηση νησιών, προστέθηκε και η αμφισβήτηση της κυριαρχίας νησίδων και βραχονησίδων.

Τα Ιμια μετατράπηκαν στο πεδίο εφαρμογής της θεωρίας των «γκρίζων ζωνών», όπως την αντιλαμβάνεται αποκλειστικά η Τουρκία. Η Ελλάδα, επικαλούμενη το Διεθνές Δίκαιο, απέρριψε κατηγορηματικά αυτούς τους ισχυρισμούς και σε πολλές περιπτώσεις έχει αποτρέψει στην πράξη τις αναθεωρητικές βλέψεις της Αγκυρας. Στα Ιμια όμως η κατάσταση εξελίχθηκε διαφορετικά.


Η λίστα Egaydaak με 152 ελληνικά νησιά και βραχονησίδες που η Τουρκία φέρεται να διεκδικεί μέχρι και το Λιβυκό Πέλαγος απορρίφθηκε άμεσα ως ανυπόστατη. Ωστόσο στα Ιμια το σκηνικό παρέμεινε ανοιχτό, οδηγώντας τις δύο χώρες στο κατώφλι της σύρραξης. Υπό την ασφυκτική παρέμβαση των Ηνωμένων Πολιτειών επιτεύχθηκε τελικά αποκλιμάκωση, όμως για την Ελλάδα το τίμημα ήταν βαρύ.

Τρεις αξιωματικοί του Πολεμικού Ναυτικού έχασαν τη ζωή τους και μαζί τους τραυματίστηκε βαθιά το εθνικό αίσθημα, καθώς ξένες στρατιωτικές δυνάμεις πάτησαν ελληνικό έδαφος έστω και για λίγες ώρες. Για να αποχωρήσουν χωρίς αιματοχυσία, σε μια σύγκρουση που φάνταζε αναπόφευκτη, τέθηκαν συγκεκριμένοι όροι.

Ακολούθησε η απομάκρυνση της ελληνικής σημαίας από την ανατολική Ιμια, ελληνική βραχονησίδα, ώστε να αποσυρθεί ταυτόχρονα και η τουρκική από τη δυτική Ιμια, επίσης ελληνικό έδαφος. Η ένταση εκτονώθηκε, αλλά η αίσθηση ήττας παρέμεινε. Θλίψη, οργή και πικρία σημάδεψαν την ελληνική κοινωνία και συνεχίζουν να βαραίνουν τη συλλογική μνήμη μέχρι σήμερα.

Επισήμως καμία ελληνική κυβέρνηση δεν αποδέχθηκε το «γκριζάρισμα» των Ιμίων. Παρ’ όλα αυτά, η προσέγγιση και η επίσκεψη στις βραχονησίδες αποφεύγονται, ώστε να μην προκληθούν νέες εντάσεις. Ακόμη και ο βοσκός των Ιμίων, ο αείμνηστος Αντώνης Βεζυρόπουλος, δεν επέστρεψε ποτέ. Δεν υπάρχει τυπική απαγόρευση, όμως στην πράξη η παρουσία αποφεύγεται.

Χρόνια αργότερα, ο Πάνος Καμμένος, ο οποίος το 1996 πρωτοστατούσε στις φωνές «ντροπή» και «αίσχος» όταν ο Κώστας Σημίτης ευχαριστούσε τις ΗΠΑ από το βήμα της Βουλής, ως υπουργός Εθνικής Αμυνας τίμησε την επέτειο των Ιμίων με ρίψη στεφάνου από ελικόπτερο, προκαλώντας έντονες αντιδράσεις.

Η Ευρωπαϊκή Ενωση εξέφρασε λεκτικά τη στήριξή της στην Ελλάδα, ενώ οι ΗΠΑ έθεσαν το πλαίσιο της αποκλιμάκωσης δηλώνοντας ότι «Οι ΗΠΑ δεν αναγνωρίζουν ούτε ελληνική ούτε τουρκική κυριαρχία στις δυο βραχονησίδες». Τη γραμμή αυτή μετέφεραν ο Ρίτσαρντ Χόλμπρουκ και ο Νίκολας Μπερνς.

Εκτοτε ελληνικά και τουρκικά σκάφη περιπολούν διαρκώς στην περιοχή, με κάθε πλευρά να ισχυρίζεται ότι υπερασπίζεται τα δικά της δικαιώματα. Τα επεισόδια δεν έλειψαν, με αποκορύφωμα τον εμβολισμό σκάφους του Λιμενικού από τουρκική ακταιωρό στις 13 Φεβρουαρίου 2018.

Στο πολιτικό επίπεδο, η επιλογή του Κώστα Σημίτη να αποφευχθεί η στρατιωτική σύγκρουση δεν ήταν κατ’ αρχήν λανθασμένη. Ωστόσο η έλλειψη ευελιξίας και εναλλακτικού σχεδίου αποδείχθηκε καθοριστική. Η κυβέρνηση δεν είχε σαφή στρατηγική, δεν διάβασε σωστά τις προθέσεις της Αγκυρας και δεν προετοιμάστηκε για κλιμάκωση.

Η μη συνεδρίαση του ΚΥΣΕΑ στο ΕΘΚΕΠΙΧ, την ώρα που η χώρα βρισκόταν στα πρόθυρα σύγκρουσης, στέρησε από την πολιτική και στρατιωτική ηγεσία την πλήρη εικόνα της κατάστασης. Ο ίδιος ο Σημίτης ανέφερε αργότερα ότι το έκανε συνειδητά για να μη δοθεί η εντύπωση πολεμικής κρίσης.

Τα μηνύματα προς το εξωτερικό και το εσωτερικό ήταν αντιφατικά. Η κυβέρνηση επιδίωκε αποκλιμάκωση, αλλά δημόσια εξέπεμπε εικόνα σύγκρουσης. Η ύψωση της σημαίας από άγημα του Πολεμικού Ναυτικού, οι υψηλοί τόνοι Πάγκαλου και Αρσένη και η τηλεοπτική κάλυψη του απόπλου του στόλου ενίσχυσαν τη σύγχυση.

Την ίδια στιγμή, «Ολοι μιλούσαν με όλους». Πρωθυπουργός, υπουργοί και στρατιωτική ηγεσία επικοινωνούσαν παράλληλα με διαφορετικά αμερικανικά κέντρα, εντείνοντας την ασάφεια. Σε αντίθεση με το 1987, όπου η Αθήνα κράτησε κλειστές γραμμές, στα Ιμια η πρωτοβουλία κινήσεων πέρασε στην Τουρκία.

Η απουσία plan b φάνηκε ξεκάθαρα όταν ο Αρχηγός ΓΕΕΘΑ ζήτησε αποδέσμευση κανόνων εμπλοκής και έλαβε την απάντηση ότι η χώρα διαπραγματευόταν ήδη. Η σύγχυση κορυφώθηκε όταν ζητήθηκε ανακατάληψη της δυτικής Ιμιας μέσα σε 45 λεπτά, κάτι επιχειρησιακά ανέφικτο.

Η συμφωνία αποκλιμάκωσης συνοψίστηκε στο «No ships, no troops, no flags». Παρ’ όλα αυτά, η ερμηνεία της αποτέλεσε αντικείμενο πολιτικών παιχνιδιών και αντιπαραθέσεων, με τις ΗΠΑ να δηλώνουν ουδέτερες ως προς την κυριαρχία.

Στο επιχειρησιακό επίπεδο, η δυτική Ιμια έμεινε αφύλακτη, δίνοντας τη δυνατότητα αποβίβασης τουρκικών κομάντος. Οι ελληνικές δυνάμεις δεν είχαν επαρκείς εναλλακτικές χωρίς γενικευμένη σύγκρουση, ενώ καταγράφηκαν και σοβαρά προβλήματα προετοιμασίας, όπως η έλλειψη μπαταριών στους ασυρμάτους ομάδας των ΟΥΚ.

Η διακλαδική συνεργασία ήταν προβληματική και η επιστροφή κρίσιμων μονάδων, όπως η φρεγάτα «Υδρα», καθυστέρησε επικίνδυνα. Παράλληλα, η επικοινωνιακή διαχείριση παγίδευσε την κυβέρνηση, οδηγώντας την κοινή γνώμη από την αποφασιστικότητα στην απογοήτευση.

Σε όλα αυτά προστέθηκε η διαρροή της «αλληλογραφίας» των ρηματικών διακοινώσεων, που πυροδότησε τις εξελίξεις χωρίς δυνατότητα ελέγχου, αφήνοντας αναπάντητο το ερώτημα ποιον εξυπηρέτησε.

Γύρω από τα Ιμια αναπτύχθηκαν και μύθοι. Ο πρώτος αφορούσε την ισορροπία δυνάμεων, όπου η ελληνική υπεροχή στη θάλασσα ήταν δεδομένη, αλλά η αφύλακτη δυτική Ιμια άλλαξε τα δεδομένα. Ο δεύτερος σχετιζόταν με την τύχη των Τούρκων κομάντος, με φήμες που δεν επιβεβαιώθηκαν ποτέ επίσημα. Ο τρίτος αφορούσε το μοιραίο ελικόπτερο και το αν προσφέρθηκε τουρκική βοήθεια από τη φρεγάτα «Γιαβούζ», κάτι που παραμένει αντικείμενο αντικρουόμενων μαρτυριών.

Ενα είναι βέβαιο. Οι υποπλοίαρχοι Χριστόδουλος Καραθανάσης και Παναγιώτης Βλαχάκος και ο αρχικελευστής Εκτορας Γιαλοψός έπεσαν υπερασπιζόμενοι τον όρκο τους και τη σημαία. Μια σημαία που για κάποιους θα μπορούσε να την πάρει ο άνεμος, αλλά για εκείνους παρέμεινε ιερό σύμβολο μέχρι το τέλος.



Ροη Ειδήσεων