Όλο και περισσότεροι φορολογούμενοι επιλέγουν να αποδεχτούν τα αποτελέσματα ενός φορολογικού ελέγχου, προκειμένου να διευθετήσουν γρήγορα τις εκκρεμότητές τους με την εφορία και να αποφύγουν τη χρονοβόρα διαδικασία προσφυγών στη Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών ή στα διοικητικά δικαστήρια.
Με αυτή την επιλογή, μπορούν να πετύχουν σημαντική μείωση των προστίμων, καθώς το «μπόνους» συμμόρφωσης κυμαίνεται από 25% έως και 50%, ανάλογα με το στάδιο στο οποίο βρίσκεται η υπόθεση και τον χρόνο αποδοχής της οφειλής.
Η σχετική πρόβλεψη του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας λειτουργεί ως κίνητρο για την ταχεία τακτοποίηση φορολογικών διαφορών, υπό την προϋπόθεση ότι ο φορολογούμενος αναγνωρίζει την κύρια οφειλή και παραιτείται από κάθε ένδικο μέσο.
Το ποσοστό της έκπτωσης διαμορφώνεται ως εξής:
Μείωση 50% εφαρμόζεται όταν η αποδοχή γίνει αμέσως μετά την κοινοποίηση της εντολής ελέγχου ή της πρόσκλησης για παροχή πληροφοριών, έως και τη λήξη της προθεσμίας υποβολής εκπρόθεσμης δήλωσης, μετά τον προσωρινό διορθωτικό προσδιορισμό.
Μείωση 40% ισχύει εφόσον ο φορολογούμενος αποδεχτεί την οφειλή μετά την κοινοποίηση της οριστικής πράξης προσδιορισμού φόρου και μέσα στο χρονικό διάστημα που προβλέπεται για ενδικοφανή προσφυγή στη ΔΕΔ.
Μείωση 30% παρέχεται μετά την απόφαση της ΔΕΔ ή την παρέλευση της προθεσμίας σιωπηρής απόρριψης, εφόσον η αποδοχή γίνει πριν από την προσφυγή στο διοικητικό δικαστήριο πρώτου βαθμού.
Μείωση 25% μπορεί να δοθεί ακόμη και αν έχει ήδη ασκηθεί δικαστική προσφυγή, αρκεί η αποδοχή να πραγματοποιηθεί έως την προηγούμενη ημέρα της αρχικά ορισμένης δικασίμου.
Προκαταβολή και δυνατότητα δόσεων
Για να κατοχυρωθεί η έκπτωση, απαιτείται ο φορολογούμενος να καταβάλει το 25% της συνολικής οφειλής μέσα σε τρεις ημέρες από την αποδοχή της αίτησης.
Το υπόλοιπο ποσό μπορεί να εξοφληθεί μέσω της πάγιας ρύθμισης σε έως 12 μηνιαίες δόσεις.
Η μείωση του προστίμου διατηρείται μόνο εφόσον η ρύθμιση τηρηθεί πλήρως και οι δόσεις πληρώνονται εγκαίρως. Αν υπάρξει ασυνέπεια, η έκπτωση ακυρώνεται και η οφειλή επανέρχεται στο αρχικό ποσό, αφαιρουμένων όσων έχουν ήδη καταβληθεί.
Παράλληλα, μετά την αφαίρεση της προκαταβολής και την παρέλευση 30 ημερών από την υποβολή της δήλωσης, το υπόλοιπο ποσό επιβαρύνεται με τόκο ίσο με το επιτόκιο αναχρηματοδότησης της ΕΚΤ, προσαυξημένο κατά πέντε ποσοστιαίες μονάδες ετησίως, έως την τελική εξόφληση.
Η συγκεκριμένη ρύθμιση θεωρείται εργαλείο άμεσης τακτοποίησης φορολογικών διαφορών, μειώνοντας το διοικητικό και δικαστικό βάρος και προσφέροντας ουσιαστική οικονομική ανάσα σε όσους επιλέγουν την έγκαιρη συμμόρφωση.