Του Σωτήρη Σκουλούδη
![]()
Η πρόσφατη συμφωνία ελεύθερου εμπορίου μεταξύ Ευρωπαϊκής Ένωσης και Ινδίας δεν είναι απλώς ένα ακόμη διπλωματικό ορόσημο. Είναι το αποτέλεσμα σχεδόν δύο δεκαετιών δύσκολων διαπραγματεύσεων και, ταυτόχρονα, μια σαφής ένδειξη ότι η Ευρώπη αναζητά νέους στρατηγικούς εταίρους σε έναν κόσμο όπου οι γεωπολιτικές ισορροπίες μεταβάλλονται με ταχύτητα. Για την Ελλάδα, η συμφωνία αυτή μπορεί να αποδειχθεί ευκαιρία – υπό προϋποθέσεις.
Η ΕΕ και η Ινδία κατέληξαν σε ένα εκτεταμένο πλαίσιο συνεργασίας που προβλέπει τη σταδιακή κατάργηση ή μείωση δασμών στη συντριπτική πλειονότητα των εμπορευμάτων, αλλά και ρυθμίσεις για υπηρεσίες, επενδύσεις και κανονιστικά πρότυπα. Στόχος των Βρυξελλών είναι να ενισχυθεί η πρόσβαση των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων σε μια αγορά άνω του 1,4 δισ. καταναλωτών, ενώ το Νέο Δελχί επιδιώκει μεγαλύτερη ενσωμάτωση στις παγκόσμιες αλυσίδες αξίας και προσέλκυση επενδύσεων.
Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η συμφωνία θεωρείται αντίβαρο στην αυξανόμενη επιρροή της Κίνας και απάντηση στην αβεβαιότητα που προκαλούν οι εμπορικές εντάσεις με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Για χώρες όπως η Ελλάδα, όμως, το ερώτημα δεν είναι γεωστρατηγικό, αλλά πρακτικό: πού και πώς μπορεί να ωφεληθεί.
Ένας από τους πιο άμεσους τομείς είναι οι εξαγωγές αγροδιατροφικών προϊόντων. Η μείωση των υψηλών ινδικών δασμών δημιουργεί προοπτικές για το ελληνικό ελαιόλαδο, τα τυποποιημένα τρόφιμα και τα ποτά, τα οποία μέχρι σήμερα δυσκολεύονταν να σταθούν ανταγωνιστικά στην ινδική αγορά. Σε συνδυασμό με την αυξανόμενη μεσαία τάξη της Ινδίας, τα ελληνικά προϊόντα ποιότητας μπορούν να αποκτήσουν νέο κοινό, αρκεί να υπάρξει οργανωμένη εξαγωγική στρατηγική και προσαρμογή στα τοπικά καταναλωτικά πρότυπα.
Παράλληλα, η συμφωνία αναδεικνύει τον ρόλο της Ελλάδας ως κόμβου μεταφορών και logistics. Η γεωγραφική της θέση, τα μεγάλα λιμάνια και η ισχυρή ναυτιλία της μπορούν να λειτουργήσουν ως πύλη εισόδου για ινδικά προϊόντα προς την ευρωπαϊκή αγορά – και αντίστροφα. Σε ένα περιβάλλον αυξημένων εμπορικών ροών, οι υποδομές και οι υπηρεσίες μεταφορών αποκτούν ιδιαίτερη σημασία.
Ωστόσο, τα οφέλη δεν είναι αυτόματα. Η μεγαλύτερη διασύνδεση με την ινδική οικονομία σημαίνει και εντονότερο ανταγωνισμό, ιδιαίτερα σε κλάδους όπου το κόστος παραγωγής στην Ινδία είναι χαμηλότερο. Ελληνικές επιχειρήσεις που δεν επενδύουν στην ποιότητα, την καινοτομία και την εξωστρέφεια ενδέχεται να πιεστούν.
Η συμφωνία ΕΕ–Ινδίας εκτιμάται ότι ανοίγει ένα νέο κεφάλαιο στο παγκόσμιο εμπόριο. Για την Ελλάδα, αποτελεί μια δοκιμασία ωριμότητας: αν θα περιοριστεί στον ρόλο του παρατηρητή ή αν θα αξιοποιήσει έγκαιρα τις ευκαιρίες που δημιουργούνται. Το αποτέλεσμα θα κριθεί όχι στις υπογραφές των Βρυξελλών, αλλά στις επιλογές που θα γίνουν στην Αθήνα και στην πραγματική οικονομία.
![]()
Οι Attica Times συνομίλησαν με τον καθηγητή Βασίλειο Σύρο, ο οποίος δραστηριοποιείται στις σημαντικές δεξαμενές σκέψεις National Maritime Foundation και Centre for National Security Studies.
Όπως τονίζει, η συμφωνία πράγματι αποτελεί κρίσιμο ορόσημο στις σχέσεις ΕΕ-Ινδίας. «Αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα δεδομένου ότι τόσο η ΕΕ όσο και η Ινδία βάλλονται από τους δασμούς που έχει επιβάλει o Donald Trump. Είναι εύλογο να υποθέσει κανείς ότι όσο εντείνεται ο ανταγωνισμός ΗΠΑ-Κίνας, θα αναβαθμίζεται ο ρόλος της Ινδίας ως στρατηγικού εταίρου της Δύσης. Τέλος, η συμφωνία αντανακλά την εδραίωση της Ινδίας από τα τέλη του 2025 ως της τέταρτης μεγαλύτερης οικονομίας του πλανήτη μετά από τις ΗΠΑ, την Κίνα και τη Γερμανία».
Και εξηγεί: “Η συμφωνία είναι προϊόν επίμοχθων προετοιμασιών και πολύχρονων διαπραγματεύσεων, αλλά οι προκλήσεις παραμένουν. Η γνώση που διαθέτουν οι Ευρωπαίοι για την Ινδία είναι ελλιπής και σκιάζεται σε μεγάλο βαθμό από παρωχημένες αντιλήψεις και κατάλοιπα της αποικιοκρατίας. Ο Ινδός υπουργός εξωτερικών S. Jaishankar συνόψισε αυτή την κατάσταση με την αιχμηρή του δήλωση τον περασμένο Μάιο ότι «Όταν κοιτάμε τον κόσμο… αναζητούμε συνεργάτες. Δεν αναζητούμε ιεροκήρυκες, ιδιαίτερα ιεροκήρυκες που δεν εφαρμόζουν στις χώρες τους αυτό που κηρύττουν στο εξωτερικό. Και νομίζω ότι ένα μέρος της Ευρώπης εξακολουθεί να παλεύει με αυτό το πρόβλημα. Ένα μέρος της αλλάζει». Ο κος Jaishankar υπογράμμισε ότι «Η Ευρώπη έχει εισέλθει σε μια συγκεκριμένη ζώνη ελέγχου της πραγματικότητας. Τώρα, το αν είναι σε θέση να το αντιμετωπίσουν ή όχι, θα φανεί».
Ωστόσο, συνεχίζει ο καθηγητής, «αγκάθι στις ευρω-ινδικές σχέσεις είναι η στάση της πρώτης στον πόλεμο στην Ουκρανία. Την παραμονή της επίσκεψης του Ρώσου Προέδρου Vladimir Putin στο Νέο Δελχί τον Δεκέμβρη, οι πρέσβεις της Γερμανίας και της Γαλλίας και η βρετανίδα Ύπατος Αρμοστής στην Ινδία, συνέγραψαν από κοινού και δημοσίευσαν σε μια από τις μεγαλύτερες εφημερίδες της Ινδίας, τους Times of India, το άρθρο «Ο κόσμος θέλει να τελειώσει ο πόλεμος στην Ουκρανία, αλλά η Ρωσία δεν φαίνεται να ενδιαφέρεται σοβαρά για την ειρήνη». Αυτή η κίνηση ερμηνεύτηκε από την ινδική πλευρά ως κατάφωρη παρέμβαση στην εξωτερική της πολιτική και απερίφραστη παραβίαση του διπλωματικού πρωτοκόλλου».
Τα οφέλη για την Ελλάδα
Όσον αφορά στις επιπτώσεις για τη χώρα μας, ο Βασίλειος Σύρος εμφανίζεται αισιόδοξος, αρκεί ωστόσο να γίνει η ανάληψη συγκεκριμένων πρωτοβουλιών: «Για την Ελλάδα διανοίγονται λαμπρές προοπτικές προώθησης αγαθών, όπως το ελαιόλαδο και το κρασί. Η πραγματοποίηση των πρώτων απευθείας πτήσεων Βομβάη-Αθήνα και Δελχί-Αθήνα από την ινδική αεροπορική εταιρεία IndiGo στις 23 και 24 Ιανουαρίου, αντίστοιχα, είναι ευνοϊκή εξέλιξη. Την αεροπορική σύνδεση της Αθήνας με το Δελχί και την Βομβάη σχεδιάζει και η Aegean την άνοιξη, κάτι που δυνητικά θα μπορούσε να ενισχύσει τον ρόλο της Ελλάδας ως ταξιδιωτικού κόμβου, όπως ακριβώς λειτουργούν η Κωνσταντινούπολη και διάφορες πόλεις του Κόλπου.
Η ινδική αγορά κυριαρχείται από τις μεγάλες μεσογειακές χώρες, ειδικά την Ιταλία και τη Γαλλία. Το ελληνικό στοιχείο είναι σχεδόν ανύπαρκτο. Συνεπώς, θα χρειαστεί μια φιλόδοξη και μεθοδική καμπάνια προβολής από τα αρμόδια υπουργεία σε συνεργασία ίσως και με άλλους φορείς, όπως οι περιφέρειες, η οποία θα μπορούσε να συμπεριλαμβάνει τη δημιουργία γραφείου/γραφείων του ΕΟΤ. Η υποστελέχωση της ελληνικής πρεσβείας και τα κωλύματα στην έκδοση θεωρήσεων δυσχεραίνουν τη ροή τουριστών και την κινητικότητα εργατικού δυναμικού και φοιτητών/ερευνητών η οποία αποτελεί έναν από τους κύριους άξονες της συνεργασίας ανάμεσα στην ΕΕ και την Ινδία.
Στην παρούσα φάση, στις εμπορικές συναλλαγές ανάμεσα στην Ελλάδα και την Ινδία οι ελληνικές εξαγωγές υστερούν σημαντικά. Ένας από τους κεντρικούς στόχους της ελληνο-ινδικής συνεργασίας είναι η ενδυνάμωση της ελληνικής εμπορικής παρουσίας σε διάφορες περιοχές της Ινδικής υποηπείρου. Η δέσμευση της ελληνικής κυβέρνησης να ανοίξει προξενεία στη Βομβάη, το κορυφαίο οικονομικό κέντρο της Ινδίας, και το Bangalore, την «ινδική Silicon Valley», θα συμβάλουν αποφασιστικά προς αυτή την κατεύθυνση. Δεδομένης της πλεονεκτικής γεωγραφικής θέσης της Ελλάδας ως πύλης εισόδου στην Ευρώπη και και της γειτνίασής της με την Ασία, η συμφωνία θα δώσει ώθηση στις ελληνο-ινδικές σχέσεις σε τομείς, όπως η εκτέλεση του IMEC και η ναυτιλία».