Αποδείξεις των 20 και 50 ευρώ ήταν αυτές που εμφανίζονταν στα χαρτιά. Οι έλεγχοι όμως έδειξαν μια εντελώς διαφορετική εικόνα. Έτσι ξεκίνησε η έρευνα της ΥΕΔΔΕ Θεσσαλονίκης σε αναισθησιολόγο που συνεργαζόταν με ιδιωτική κλινική και κατέληξε σε φόρους και πρόστιμα που ξεπέρασαν συνολικά τις 217.000 ευρώ, με το δικαστήριο να επιβεβαιώνει τελικά την απόφαση της φορολογικής διοίκησης.
Στο επίκεντρο βρέθηκε η διετία 2016–2017. Από τα στοιχεία της κλινικής προέκυπτε ότι ο γιατρός συμμετείχε σε εκατοντάδες επεμβάσεις κάθε βαθμού δυσκολίας, από απλές διαδικασίες έως ιδιαίτερα σύνθετα χειρουργεία. Παρ’ όλα αυτά, οι αποδείξεις που εξέδιδε προς τους ασθενείς παρουσίαζαν μια σχεδόν ενιαία εικόνα, αφού πάνω από το 80% κυμαινόταν μόλις από 10 έως 50 ευρώ, ενώ ένα ελάχιστο ποσοστό ξεπερνούσε τα 50 ευρώ. Για τους ελεγκτές, ένα τέτοιο μοτίβο δεν μπορούσε να δικαιολογηθεί με βάση την πραγματικότητα της αγοράς υγείας.
Το καθοριστικό στοιχείο ήρθε μέσα από τις συγκρίσεις. Οι ίδιες ακριβώς πράξεις, όταν αφορούσαν ασφαλισμένους και τιμολογούνταν μέσω ιδιωτικών ασφαλιστικών εταιρειών, εμφάνιζαν αμοιβές πολλαπλάσιες. Σε αρκετές περιπτώσεις ο ίδιος γιατρός φαινόταν να λαμβάνει 200, 300 ή ακόμη και 400 ευρώ από ασφαλισμένο, ενώ για πανομοιότυπη επέμβαση σε μη ασφαλισμένο έκοβε απόδειξη μόλις 20 ή 50 ευρώ. Οι διαφορές έφταναν έως και το 1.600%, χωρίς να υπάρχει τεκμηρίωση για κοινωνικά ή άλλα ειδικά κριτήρια.
Η Εφορία εκτίμησε ότι οι χαμηλές αποδείξεις λειτουργούσαν ως «τυπική κάλυψη» και πως μέρος της πραγματικής αμοιβής δεν δηλωνόταν. Χρησιμοποιώντας πίνακες ασφαλιστικών εταιρειών και τη βαρύτητα των επεμβάσεων, επαναπροσδιόρισε τα έσοδα και κατέληξε σε αποκρυβείσα φορολογητέα ύλη σχεδόν 288.000 ευρώ για τα δύο έτη. Ακολούθησαν διορθωτικοί προσδιορισμοί φόρου εισοδήματος, ειδική εισφορά αλληλεγγύης και πρόστιμα ανακρίβειας, με το συνολικό ποσό να ξεπερνά τις 217.000 ευρώ.
Ο γιατρός προσέφυγε στη Δικαιοσύνη, υποστηρίζοντας ότι είχε δικαίωμα να καθορίζει ελεύθερα τις αμοιβές του, ότι υπήρχαν κοινωνικοί λόγοι για χαμηλότερες χρεώσεις και ότι οι τιμές των ασφαλιστικών εταιρειών δεν μπορούν να θεωρηθούν τεκμήριο για μη ασφαλισμένους. Προσκόμισε μάλιστα υπεύθυνες δηλώσεις ασθενών που επιβεβαίωναν τα ποσά των αποδείξεων.
Το δικαστήριο όμως έκρινε πως το συνολικό μοτίβο των εξαιρετικά χαμηλών και σχεδόν ομοιόμορφων χρεώσεων, σε συνδυασμό με τις μεγάλες αποκλίσεις στις ίδιες επεμβάσεις, αποτελεί επαρκή ένδειξη απόκρυψης εισοδήματος. Έδωσε ιδιαίτερη βαρύτητα στα στοιχεία της κλινικής και στις συγκρίσεις με τις αμοιβές μέσω ασφαλιστικών εταιρειών, θεωρώντας ότι αποτυπώνουν τις πραγματικές συνθήκες της αγοράς. Οι υπεύθυνες δηλώσεις ασθενών κρίθηκαν ανεπαρκείς λόγω της ιδιαίτερης σχέσης εξάρτησης με τον θεράποντα ιατρό.
Έτσι, η προσφυγή απορρίφθηκε και το παράβολο καταπίπτει υπέρ του Δημοσίου.