Ο βουλευτής Καρδίτσας της Νέας Δημοκρατίας, Γιώργος Κωτσός, μιλά στους ATTICA TIMES και στη δημοσιογράφο Κορίνα Τριανταφύλλου για τρία από τα πιο κρίσιμα ζητήματα που απασχολούν την πολιτική και κοινωνική επικαιρότητα. Στη συνέντευξή του αναλύει τη σημασία της προτεινόμενης τροποποίησης του άρθρου 86 περί ευθύνης υπουργών, υπογραμμίζοντας την ανάγκη ενίσχυσης της λογοδοσίας και αποκατάστασης της εμπιστοσύνης των πολιτών στους θεσμούς.
Παράλληλα, τοποθετείται για το μείζον πρόβλημα της ακρίβειας, παρουσιάζοντας τα μέτρα που –όπως επισημαίνει– έχουν ουσιαστικό αντίκτυπο στην καθημερινότητα των νοικοκυριών, αλλά και τις παρεμβάσεις που χρειάζονται περαιτέρω ενίσχυση. Τέλος, αναφέρεται στη φυγή των νέων στο εξωτερικό, αναλύοντας τις αιτίες του φαινομένου και προτείνοντας συγκεκριμένες πολιτικές για τη δημιουργία προοπτικών που θα τους κρατήσουν στη χώρα.
- Ο Πρωθυπουργός έκανε λόγο για τροποποίηση του άρθρου 86 περί ευθύνης υπουργών. Πιστεύετε ότι η μέχρι σήμερα εφαρμογή του έχει πλήξει την εμπιστοσύνη των πολιτών στο πολιτικό σύστημα; Θεωρείτε την αλλαγή αναγκαία ώστε να μην υπάρχει αίσθηση ατιμωρησίας;
Ο νόμος περί ευθύνης υπουργών αποτελεί ένα ζήτημα που απασχολεί έντονα το δημόσιο διάλογο και την κοινωνία εδώ και χρόνια και, αντικειμενικά, έχει επηρεάσει την εμπιστοσύνη των πολιτών προς το πολιτικό σύστημα. Η Κυβέρνηση αναγνωρίζει αυτή την πραγματικότητα και για τον λόγο αυτό έχει θέσει τη τροποποίηση του άρθρου 86 στο επίκεντρο της συνταγματικής αναθεώρησης.
Στόχος είναι να αρθούν στρεβλώσεις του παρελθόντος και να διαμορφωθεί ένα πλαίσιο που θα ενισχύει τη λογοδοσία, χωρίς να εργαλειοποιείται η Δικαιοσύνη ή να δημιουργούνται εντυπώσεις πολιτικής στοχοποίησης. Η μέχρι σήμερα πρακτική, όπου η ποινική διερεύνηση πολιτικών προσώπων εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από κοινοβουλευτικές πλειοψηφίες, έχει δημιουργήσει εύλογα ερωτήματα στην κοινή γνώμη.
Η αναθεώρηση που προωθεί η Κυβέρνηση, με επικεφαλής τον Πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη, επιδιώκει ένα πιο διαφανές και θεσμικά ισορροπημένο σύστημα, στα πρότυπα άλλων ευρωπαϊκών χωρών, όπου ενισχύεται ο ρόλος της Δικαιοσύνης και περιορίζεται η πολιτική διαμεσολάβηση. Δεν πρόκειται για επικοινωνιακή κίνηση, αλλά για μια ουσιαστική θεσμική αλλαγή που απαντά σε πραγματικές κοινωνικές απαιτήσεις.
Πιστεύω ότι μια τέτοια μεταρρύθμιση μπορεί να συμβάλει αποφασιστικά στην αποκατάσταση της εμπιστοσύνης των πολιτών, στέλνοντας το ξεκάθαρο μήνυμα ότι κανείς δεν βρίσκεται υπεράνω του νόμου και ότι στη Δημοκρατία όλοι οι πολίτες είναι ίσοι.
- Η ακρίβεια παραμένει το βασικό πρόβλημα για τα περισσότερα νοικοκυριά. Ως βουλευτής Καρδίτσας, ποια μέτρα θεωρείτε ότι έχουν πραγματικό αντίκτυπο στην καθημερινότητα των πολιτών και ποια, κατά τη γνώμη σας, δεν απέδωσαν όσο αναμενόταν; Τι επιπλέον θα έπρεπε να γίνει;
Η ακρίβεια είναι, χωρίς αμφιβολία, το μεγαλύτερο πρόβλημα που αντιμετωπίζουν σήμερα τα ελληνικά νοικοκυριά. Πρόκειται για ένα φαινόμενο που οφείλεται σε διεθνείς παράγοντες, το οποίο όμως η Κυβέρνηση δεν αντιμετωπίζει παθητικά. Έχουν ληφθεί στοχευμένα μέτρα στήριξης, ύψους δισεκατομμυρίων ευρώ, με σκοπό να ενισχυθεί η αγοραστική δύναμη των πολιτών και να προστατευθούν οι πιο ευάλωτοι.
Παράλληλα, εφαρμόζονται πολιτικές που έχουν μόνιμο και διαρθρωτικό χαρακτήρα, όπως η μείωση φόρων και εισφορών, η αύξηση της απασχόλησης και η προσέλκυση επενδύσεων. Η σημαντική μείωση της ανεργίας και η σταδιακή αύξηση των εισοδημάτων δεν είναι τυχαία, είναι αποτέλεσμα μιας συνολικής οικονομικής στρατηγικής που στοχεύει στη βιώσιμη ανάπτυξη.
Ως βουλευτής Καρδίτσας, βλέπω στην πράξη ότι μέτρα όπως η επιδότηση των λογαριασμών ρεύματος, οι αυξήσεις σε μισθούς και συντάξεις και η στήριξη των αγροτών και των μικρομεσαίων επιχειρήσεων έχουν πραγματικό αντίκτυπο στην καθημερινότητα. Την ίδια στιγμή, αναγνωρίζω ότι ορισμένες παρεμβάσεις δεν είχαν το εύρος αποτελέσματος που όλοι θα θέλαμε.
Απαιτείται συνέχιση και ενίσχυση των προσπαθειών, με έμφαση στον έλεγχο της αγοράς, στη φορολογική ελάφρυνση και στην ενίσχυση του διαθέσιμου εισοδήματος, ώστε η αντιμετώπιση της ακρίβειας να έχει ουσιαστικά αποτελέσματα.
- Παρά τη μείωση της ανεργίας σε γενικό επίπεδο, πολλοί νέοι συνεχίζουν να φεύγουν στο εξωτερικό αναζητώντας καλύτερες συνθήκες εργασίας. Πού εντοπίζετε εσείς το βασικό πρόβλημα και τι συγκεκριμένο μέτρο πιστεύετε ότι θα μπορούσε πραγματικά να κρατήσει τους νέους στην Ελλάδα;
Παρά τη σημαντική μείωση της ανεργίας τα τελευταία χρόνια, ιδιαίτερα σε σύγκριση με το παρελθόν, η φυγή νέων στο εξωτερικό παραμένει μια σοβαρή πρόκληση. Το πρόβλημα δεν είναι μόνο ποσοτικό, αλλά κυρίως ποιοτικό: αφορά τις αποδοχές, τις προοπτικές εξέλιξης και τη συνολική ποιότητα ζωής που προσφέρονται στους νέους ανθρώπους.
Η Κυβέρνηση έχει θέσει ως βασική προτεραιότητα τη δημιουργία καλύτερων και πιο σταθερών θέσεων εργασίας, μέσα από επενδύσεις, καινοτομία και στήριξη της επιχειρηματικότητας. Η ενίσχυση της ψηφιακής οικονομίας, τα φορολογικά κίνητρα για νέους εργαζόμενους και επιχειρήσεις, καθώς και η σύνδεση της εκπαίδευσης με την αγορά εργασίας, είναι πολιτικές που ήδη αποδίδουν. Ενδεικτικό αυτής της θετικής αλλαγής είναι το γεγονός ότι, σύμφωνα με στοιχεία της Eurostat, πάνω από 420.000 Έλληνες –κυρίως νέοι– έχουν επιστρέψει στη χώρα, αφού είχαν μεταναστεύσει την περίοδο της οικονομικής κρίσης.
Ωστόσο, για να μείνουν οι νέοι στη χώρα, δεν αρκεί μόνο να βρίσκουν δουλειά αλλά πρέπει να βλέπουν και προοπτική. Να αισθάνονται δηλαδή ότι μπορούν να χτίσουν το μέλλον τους εδώ, με αξιοπρεπείς μισθούς, επαγγελματική εξέλιξη και ασφάλεια.
Πιστεύω ότι ένα συγκεκριμένο μέτρο με ουσιαστικό αντίκτυπο είναι η περαιτέρω μείωση των φορολογικών και ασφαλιστικών βαρών για τους νέους εργαζόμενους και τις επιχειρήσεις που τους προσλαμβάνουν, μαζί με ολοκληρωμένες πολιτικές για την αντιμετώπιση του στεγαστικού προβλήματος. Έτσι, μπορούμε να ενισχύσουμε περαιτέρω το brain gain και να εδραιώσουμε συνθήκες σταθερότητας και προοπτικής για τη νέα γενιά.