Με στόχο να αποφευχθεί το ενδεχόμενο αμερικανικής στρατιωτικής επέμβασης, πραγματοποιείται σήμερα Τρίτη (17/02) στη Γενεύη ο δεύτερος γύρος επαφών ανάμεσα στις αντιπροσωπείες του Ιράν και των Ηνωμένων Πολιτειών.
Οι συνομιλίες έρχονται σε μια περίοδο όπου οι σχέσεις των δύο χωρών παραμένουν ανοιχτά εχθρικές. Ο διάλογος είχε ξεκινήσει στις 6 Φεβρουαρίου στη Μούσκατ, την πρωτεύουσα του Ομάν, μετά από έντονη φραστική κλιμάκωση και ανταλλαγές απειλών.
Μετά τις πρώτες συναντήσεις, ο εκπρόσωπος του ιρανικού Υπουργείου Εξωτερικών Εσμαΐλ Μπαγαεΐ δήλωσε τη Δευτέρα πως «θα μπορούσαμε με σύνεση να συμπεράνουμε ότι η αμερικανική θέση για το ζήτημα του ιρανικού προγράμματος πυρηνικής ενέργειας έγινε πιο ρεαλιστική».
Νέες προειδοποιήσεις Τραμπ προς την Τεχεράνη
Λίγο πριν την έναρξη των νέων συνομιλιών, ο Ντόναλντ Τραμπ συνέχισε να αυξάνει την πίεση προς το Ιράν, σημειώνοντας ότι θα συμμετάσχει προσωπικά, έστω και «έμμεσα», στη διαδικασία.
«Θέλουν να κλείσουν συμφωνία (…) Δεν νομίζω ότι θέλουν να υποστούν τις συνέπειες που θα είχε το να μην κλείσουν συμφωνία», ανέφερε χαρακτηριστικά ο Αμερικανός πρόεδρος.
Επίδειξη ισχύος στα στενά του Ορμούζ
Την ίδια ώρα, παράλληλα με τις διπλωματικές διεργασίες, οι Φρουροί της Επανάστασης προχώρησαν τη Δευτέρα σε ανάπτυξη πλοίων και ελικοπτέρων, πραγματοποιώντας δοκιμές drones και πυραύλων στα στρατηγικής σημασίας στενά του Ορμούζ.
Τα γυμνάσια, διάρκειας που δεν διευκρινίστηκε, έχουν σκοπό να προετοιμάσουν το επίλεκτο σώμα των ιρανικών ενόπλων δυνάμεων απέναντι σε «δυνητικές απειλές ασφαλείας και στρατιωτικές απειλές», σύμφωνα με την κρατική τηλεόραση.
Από την πλευρά της, η Ουάσιγκτον συνεχίζει να ενισχύει τη στρατιωτική της παρουσία στην περιοχή, με αεροπλανοφόρο να βρίσκεται περίπου 700 χιλιόμετρα από τις ιρανικές ακτές και δεύτερο να πλησιάζει.
Η μεσολάβηση του Ομάν και η θέση της Τεχεράνης
Οι διαπραγματεύσεις διεξάγονται ξανά με μεσολάβηση του Ομάν. Ο Ιρανός ΥΠΕΞ Αμπάς Αραγτσί έφτασε στην Ελβετία τη Δευτέρα και συναντήθηκε με τον υπουργό Εξωτερικών του Ομάν Μπαντρ αλ Μπουσάιντι, προκειμένου να παρουσιάσει «την άποψη και τις σκέψεις της Ισλαμικής Δημοκρατίας για το ζήτημα του προγράμματος πυρηνικής ενέργειας του Ιράν και της άρσης των κυρώσεων».
Το ιρανικό Υπουργείο Εξωτερικών τόνισε επίσης την «αποφασιστικότητα» της Τεχεράνης να συνεχίσει «τις διπλωματικές προσπάθειες με άξονα (να εξασφαλιστούν) αποτελέσματα που θα εγγυώνται τα δικαιώματα των Ιρανών και την ειρήνη και τη σταθερότητα στην περιφέρεια».
Η διαφωνία για το πλαίσιο της διαπραγμάτευσης
Δυτικές χώρες και το Ισραήλ, που ειδικοί θεωρούν τη μοναδική πυρηνική δύναμη στη Μέση Ανατολή, υποστηρίζουν εδώ και δεκαετίες ότι το Ιράν επιδιώκει την απόκτηση πυρηνικού οπλοστασίου. Η Τεχεράνη το αρνείται σταθερά, επιμένοντας στο «αναφαίρετο δικαίωμά της» να διαθέτει πυρηνικό πρόγραμμα για ειρηνικούς σκοπούς και να εμπλουτίζει ουράνιο στο πλαίσιο της συνθήκης NPT.
Ο Τραμπ, μετά τα γεγονότα του Ιανουαρίου στο Ιράν, έχει πολλαπλασιάσει τις απειλές, προειδοποιώντας ότι χωρίς συμφωνία η Τεχεράνη θα υποστεί «τραυματικές» συνέπειες. Την Παρασκευή μάλιστα αναφέρθηκε ανοιχτά στο ενδεχόμενο αλλαγής καθεστώτος, λέγοντας: «Αυτό θα ήταν το καλύτερο πράγμα που θα μπορούσε να συμβεί».
Η απάντηση της ιρανικής πλευράς ήταν άμεση. Ο Αραγτσί έγραψε στο X: «Τι δεν βρίσκεται πάνω στο τραπέζι: Η υποταγή μπροστά σε απειλές», σημειώνοντας ότι πήγε στη Γενεύη με «αληθινές ιδέες για να συναφθεί δίκαιη και ισότιμη συμφωνία».
«Θα δούμε»
Από αμερικανικής πλευράς, ο ειδικός απεσταλμένος Στιβ Γουίτκοφ και ο σύμβουλος του Τραμπ Τζάρεντ Κούσνερ «βρίσκονταν καθ’ οδόν», σύμφωνα με τον υπουργό Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο, ο οποίος πρόσθεσε: «Θα δούμε τι θα γίνει. Ελπίζουμε ότι θα υπάρξει συμφωνία».
Οι δύο πλευρές παραμένουν σε διάσταση ως προς το εύρος της διαπραγμάτευσης. Το Ιράν θέλει το τραπέζι να περιοριστεί αποκλειστικά στο πυρηνικό πρόγραμμα, ενώ οι ΗΠΑ και το Ισραήλ απαιτούν να συζητηθούν επίσης το βαλλιστικό πρόγραμμα και η υποστήριξη οργανώσεων του λεγόμενου «άξονα της αντίστασης».
Τέλος, η ιρανική κυβέρνηση εμφανίζεται διατεθειμένη να εξετάσει συμβιβασμό για το απόθεμα εμπλουτισμένου ουρανίου, που εκτιμάται ότι ξεπερνά τα 400 κιλά, υπό την προϋπόθεση ότι η Ουάσιγκτον θα προχωρήσει σε άρση των κυρώσεων που πλήττουν την οικονομία της χώρας.