Παραμένει το κλίμα των «ήρεμα νερά» στις ελληνοτουρκικές σχέσεις μετά τη συνάντηση του Κυριάκου Μητσοτάκη με τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν στην Άγκυρα, στο Λευκό Παλάτι, στο πλαίσιο του 6ου Ανώτατου Συμβουλίου Συνεργασίας Ελλάδας – Τουρκίας.
Οι δύο ηγέτες, χωρίς να εγκαταλείπουν τις πάγιες θέσεις τους, επέλεξαν χαμηλούς τόνους και έδειξαν πρόθεση να διαχειριστούν τις διαφορές τους με ψυχραιμία. Η κατ’ ιδίαν συνάντηση, οι κοινές δηλώσεις και το δείπνο που ακολούθησε πραγματοποιήθηκαν σε θετικό, ακόμη και θερμό κλίμα.
Σύμφωνα με κυβερνητικές πηγές, Μητσοτάκης και Ερντογάν είχαν μια «ειλικρινή συζήτηση», όπου τέθηκαν όλα τα βασικά ζητήματα που έχουν προκαλέσει εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες. Και οι δύο συμφώνησαν πως η διατήρηση ανοικτών διαύλων επικοινωνίας και η βελτίωση της ατμόσφαιρας στις διμερείς σχέσεις εξυπηρετούν όχι μόνο τα δύο κράτη αλλά και τη σταθερότητα στην ευρύτερη περιοχή.
Στο τραπέζι μπήκαν επίσης διεθνή και περιφερειακά θέματα, με ιδιαίτερη αναφορά στην Ουκρανία και τη Μέση Ανατολή, ενώ η συνάντηση επισφραγίστηκε με έξι διμερείς συμφωνίες και μία κοινή διακήρυξη, δείχνοντας πρόθεση περαιτέρω συνεργασίας.
Σε ό,τι αφορά τα δύσκολα ζητήματα, οι δύο πλευρές συμφώνησαν ότι πρέπει να αντιμετωπίζονται με βάση το διεθνές δίκαιο και χωρίς να οδηγούνται σε κρίσεις. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης δήλωσε χαρακτηριστικά: «Διαχειριζόμαστε τα προβλήματα με ψυχραιμία, ακόμα και όταν διαφωνούμε με καλή πίστη και σεβασμό. Ακόμα και αν διαφωνούμε, είναι σημαντικό να μην οδηγούμαστε σε κρίσεις».
Ο Έλληνας πρωθυπουργός επανέλαβε το αίτημα να αρθεί το casus belli που ισχύει από το 1995, λέγοντας με έμφαση: «Είναι καιρός πια να αρθεί κάθε απειλή, τυπική και ουσιαστική, στις μεταξύ μας σχέσεις. Αν όχι τώρα, πότε;».
Παράλληλα αναγνώρισε ότι «υπάρχουν σημαντικές διαφωνίες», υπογραμμίζοντας πως η μοναδική διαφορά που μπορεί να παραπεμφθεί σε διεθνές δικαιοδοτικό όργανο είναι η οριοθέτηση θαλασσίων ζωνών.
Από την πλευρά του, ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν χαρακτήρισε τον Έλληνα πρωθυπουργό «πολύτιμο φίλο» και τόνισε πως οι διαφορές δεν είναι αξεπέραστες: «Εμείς υποστηρίζουμε ότι τα ζητήματα δεν είναι άλυτα στη βάση του διεθνούς δικαίου. Με ικανοποίηση διαπίστωσα ότι συμφωνούμε με τον φίλο μου Κυριάκο σε αυτό το θέμα».
Ο Μητσοτάκης απάντησε πως εύχεται ειλικρινά «οι συνθήκες θα επιτρέψουν μια εξέλιξη προς αυτή την κατεύθυνση», ενώ στο Κυπριακό επανέλαβε ότι οι πρωτοβουλίες του ΟΗΕ «δημιουργούν ένα παράθυρο ευκαιρίας» για επανεκκίνηση ουσιαστικού διαλόγου.
Σαφές μήνυμα έστειλε και για το θέμα των μειονοτήτων, τονίζοντας ότι το καθεστώς τους καθορίζεται απόλυτα από τη Συνθήκη της Λωζάνης και πως η μειονότητα στη Θράκη είναι θρησκευτική, αποκλείοντας άλλες ερμηνείες.
Στο επίπεδο της συνεργασίας, οι δύο πλευρές υπέγραψαν έξι συμφωνίες και μία κοινή διακήρυξη. Κεντρικός στόχος είναι η αύξηση του εμπορικού όγκου στα 10 δισ. δολάρια μέχρι το τέλος της δεκαετίας. Οι συμφωνίες αφορούν επενδύσεις, ακτοπλοϊκή σύνδεση Θεσσαλονίκης–Σμύρνης, συνεργασία στην πολιτική προστασία, τον πολιτισμό και την τεχνολογία.
Η συνάντηση αποτέλεσε πρώτο θέμα και στα τουρκικά ΜΜΕ, τα οποία στάθηκαν ιδιαίτερα στη θετική ατζέντα και στη δήλωση Ερντογάν ότι δεν υπάρχουν άλυτα προβλήματα. Σύμφωνα με τη Deutsche Welle, οι δύο πλευρές έδωσαν την εικόνα πως «συμφωνούν ότι διαφωνούν», επιδιώκοντας ωστόσο να διατηρηθεί το καλό κλίμα των τελευταίων δυόμισι ετών.
Στις αναρτήσεις τους μετά τη συνάντηση, τόσο ο Μητσοτάκης όσο και ο Ερντογάν υπογράμμισαν τη σημασία του διαλόγου, της θετικής ατζέντας και των μέτρων οικοδόμησης εμπιστοσύνης. Ο Τούρκος πρόεδρος έκανε μάλιστα αναφορά στη συμμετοχή της χώρας του σε ευρωπαϊκές αμυντικές πρωτοβουλίες, σημειώνοντας ότι πρέπει να παραμείνουν ανοικτοί οι δίαυλοι συνεργασίας.
Την ίδια ώρα, η αντιπολίτευση στην Ελλάδα άσκησε κριτική, επισημαίνοντας ότι οι τουρκικές διεκδικήσεις παραμένουν και ότι ο διάλογος πρέπει να συνεχιστεί χωρίς αυταπάτες, με ρεαλισμό και πλήρη επίγνωση των διαφορών.
Το γενικό συμπέρασμα της συνάντησης είναι ότι τα «ήρεμα νερά» διατηρούνται, με διάθεση συνεργασίας και συνέχισης της επικοινωνίας, αλλά και με τις βασικές διαφωνίες να εξακολουθούν να βρίσκονται στο επίκεντρο των ελληνοτουρκικών σχέσεων.