Ο Κοινοβουλευτικός Εκπρόσωπος της Νέας Δημοκρατίας και βουλευτής Χίου, Νότης Μηταράκης, μιλά στη δημοσιογράφο Κορίνα Τριανταφύλλου και στους Attica Times για όλα τα κρίσιμα ζητήματα της πολιτικής επικαιρότητας, σε μια περίοδο με έντονο γεωπολιτικό και προεκλογικό ενδιαφέρον.
Στη συνέντευξη που ακολουθεί, αναλύει τη στρατηγική της κυβέρνησης στο μεταναστευτικό, τις αλλαγές που φέρνει το νέο Ευρωπαϊκό Σύμφωνο για τη Μετανάστευση και το Άσυλο και τη θέση της Ελλάδας στη διαμόρφωση της ευρωπαϊκής πολιτικής. Παράλληλα, τοποθετείται για τις ελληνοτουρκικές σχέσεις μετά τις πρόσφατες διπλωματικές επαφές σε ανώτατο επίπεδο, περιγράφοντας το πλαίσιο διαλόγου με την Άγκυρα και τις «κόκκινες γραμμές» της χώρας.
Τέλος, αναφέρεται στο εσωτερικό πολιτικό σκηνικό ενόψει της προεκλογικής περιόδου, σχολιάζοντας τις δημοσκοπήσεις, το ενδεχόμενο συνεργασιών και τον στόχο της Νέας Δημοκρατίας για μια νέα αυτοδύναμη θητεία.
![]()
1.Κύριε Μηταράκη, η Ελλάδα βρίσκεται σε μια κρίσιμη καμπή όσον αφορά τη μεταναστευτική της πολιτική, με νέους νόμους που επιδιώκουν ταυτόχρονα αυστηρότητα στην παράνομη μετανάστευση και ενίσχυση της νόμιμης εισόδου εργαζομένων. Πώς αξιολογείτε την αποτελεσματικότητα των πρόσφατων πολιτικών σε εθνικό επίπεδο, και τι αλλαγές θεωρείτε ότι χρειάζονται στο πλαίσιο του νέου Ευρωπαϊκού Συμφώνου Μετανάστευσης και Ασύλου για να υπάρξει ουσιαστική και βιώσιμη λύση;
Η Ελλάδα έχει αποδείξει ότι μπορεί να εφαρμόζει μια αυστηρή, αλλά δίκαιη μεταναστευτική πολιτική, βασισμένη στις ευρωπαϊκές αξίες και στο κράτος δικαίου. Δεν μπορούμε να επιτρέψουμε στους διακινητές να αποφασίζουν ποιος μπαίνει και ποιος φεύγει από την Ευρώπη. Είμαστε μπροστά από την εποχή μας, από το 2020, στην αντιμετώπιση της μεταναστευτικής κρίσης, σήμερα η Ευρωπαϊκή Ένωση ακολουθεί τις δικές μας αρχές.
Στόχος μας ήταν η ουσιαστική μείωση των ροών και ο περιορισμός των επιπτώσεων στις τοπικές κοινωνίες. Φυλάμε τα σύνορά μας, διαχωρίζουμε γρήγορα όσους δικαιούνται διεθνούς προστασίας από όσους πρέπει να επιστρέφουν, σύμφωνα με τη Συνθήκη της Γενεύης και την ευρωπαϊκή νομοθεσία. Δημιουργήσαμε κλειστές ελεγχόμενες δομές που εξασφαλίζουν αξιοπρεπή διαβίωση για τους αιτούντες άσυλο και δημιουργούν το αίσθημα ασφάλειας για τις τοπικές κοινωνίες, ενώ αυστηροποιήσαμε τη νομοθεσία για τις ΜΚΟ και μειώσαμε επιδόματα, μέτρα που συμβάλλουν στη καταπολέμηση της χρηματοδότησης των λαθροδιακινητών. Δραστηριοποιηθήκαμε διεθνώς για την ευρωπαϊκή αλληλεγγύη μέσω του Συμφώνου Μετανάστευσης και Ασύλου και των Med5, και προχωρήσαμε σε συμμαχίες προστασίας συνόρων με άλλες χώρες. Η Κυβέρνηση σήμερα ενισχύει την ποινικοποίηση της παράνομης παραμονής, ώστε να μην υπάρχουν παράθυρα ανομίας. Το νέο Σύμφωνο για τη Μετανάστευση και το Άσυλο φέρνει ισορροπία ανάμεσα σε ευθύνη και αλληλεγγύη και αποτελεί σημαντικό βήμα προς τη σωστή κατεύθυνση. Η μετανάστευση σήμερα αντιμετωπίζεται και ως ζήτημα ασφάλειας.
2.Πρόσφατα υπήρξαν σημαντικές διεθνείς συναντήσεις ανάμεσα στην ελληνική και την τουρκική ηγεσία. Ποια είναι η δική σας εκτίμηση για τα αποτελέσματα της συνάντησης Μητσοτάκη – Ερντογάν και τι μπορούμε να περιμένουμε για την αμοιβαία συνεργασία σε θέματα μετανάστευσης, ασφάλειας και διμερών σχέσεων;
Πράγματι, η χώρα μας έχει καταφέρει να διατηρήσει ανοιχτούς διαύλους διαλόγου με την Τουρκία μέσω διευρυμένων συναντήσεων και συνεργασίας σε ανώτατο επίπεδο, ενώ παράλληλα θωρακίζει τα εθνικά της συμφέροντα μέσα από ισχυρή αποτρεπτική ικανότητα. Συζητάμε στα πλαίσια του διεθνούς δικαίου, και συγχρόνως γινόμαστε πιο ισχυροί, διπλωματικά και αμυντικά.
Τα τελευταία χρόνια επενδύσαμε έμπρακτα στην εθνική μας άμυνα, ενισχύοντας τις Ένοπλες Δυνάμεις σε αέρα, θάλασσα και ξηρά, αναβαθμίζοντας υποδομές λιμανιών και αεροδρομίων και προωθώντας ενεργειακά έργα, όπως η πρόσφατη ενεργειακή και γεωστρατηγική πρωτοβουλία με τη συμμετοχή των διεθνών ομίλων Chevron και ExxonMobil. Αυτή η κίνηση σηματοδοτεί την επιστροφή της Ελλάδας στις ενεργειακές έρευνες, ενισχύει την αξιοπιστία μας και προσελκύει επενδύσεις, ενισχύοντας τη θέση μας στην Ανατολική Μεσόγειο. Η διαχείριση θαλάσσιων ζωνών, η δημιουργία θαλάσσιων πάρκων και οι ενεργειακές πρωτοβουλίες, δείχνουν ότι η Ελλάδα αποτελεί χώρα γεωπολιτικής σταθερότητας σε μία περίοδο παγκόσμιας γεωπολιτικής αστάθειας και περιφερειακών κρίσεων, ενεργώντας πάντοτε με βάση το διεθνές δίκαιο.
Οι διμερείς σχέσεις με την Τουρκία μπορούν να προχωρήσουν σε συγκεκριμένα πεδία συνεργασίας, χωρίς να θίγονται σε καμία περίπτωση κυριαρχικά μας δικαιώματα. Η στρατηγική μας είναι ξεκάθαρη: εφαρμογή του διεθνούς δικαίου, ισχυρές συμμαχίες, αποτρεπτική άμυνα και διάλογος από θέση ισχύος, για να συνεχίσουμε να θωρακίζουμε την εθνική μας κυριαρχία και τη σταθερότητα στην Ανατολική Μεσόγειο.
![]()
3.Βρισκόμαστε σε μια προεκλογική περίοδο με πολλά πολιτικά κόμματα στο προσκήνιο και τη Νέα Δημοκρατία να καταγράφει πτώση στα ποσοστά στις πρόσφατες δημοσκοπήσεις. Πώς ερμηνεύετε αυτή τη διάσπαση της πολιτικής επιρροής και ποιες στρατηγικές θεωρείτε απαραίτητες για να διατηρήσει η ΝΔ την κοινωνική εμπιστοσύνη και τη σταθερότητα στην πολιτική ζωή της χώρας; Υπάρχει χώρος για ευρύτερες συνεργασίες;
Κοιτώντας τη μεγάλη εικόνα, όπως η οικονομία, τα εθνικά θέματα, το μεταναστευτικό, την κοινωνική πολιτική, η Ελλάδα του 2026 είναι σαφώς καλύτερη από την Ελλάδα του 2019. Παρά τις διαρκείς προκλήσεις που αντιμετώπισε η χώρα, η κυβέρνηση Κυριάκου Μητσοτάκη συνεχίζει να προχωρά με σαφή στρατηγική, με στόχο τη σταθερότητα και τη διατήρηση της κοινωνικής εμπιστοσύνης. Η κυβέρνηση υλοποιεί πολιτικές που έχουν μετρήσιμα αποτελέσματα για την κοινωνία, προτάσσοντας την αποτελεσματικότητα και την υπευθυνότητα στη διακυβέρνηση.
Η κοινωνία βλέπει απτά αποτελέσματα, ισχυρή οικονομική ανάπτυξη, σύγχρονη διαχείριση κρίσεων, ενίσχυση της ασφάλειας και πολιτικές που προστατεύουν τα κυριαρχικά δικαιώματα της χώρας. Η στρατηγική αυτή επιτρέπει να διεκδικήσουμε μια τρίτη αυτοδύναμη θητεία, χωρίς έπαρση, αλλά με βάση την αναγκαιότητα για σταθερή και συνεπή πορεία, δεδομένης και της έλλειψης εναλλακτικής κυβερνητικής πρότασης. Είναι σαφές στο πολιτικό σκηνικό ότι δεν υπάρχουν δυνατότητες συνεργασίας και αυτό δείχνει μια θεσμική ανωριμότητα του Ελληνικού πολιτικού συστήματος.