Από την Κορίνα Τριανταφύλλου
![]()
Η εσωκομματική κρίση στο ΠΑΣΟΚ-Κίνημα Αλλαγής δεν είναι πια πρόσκαιρη «αναταραχή», αλλά βαθιά στρατηγική αποτυχία, σύμπτωμα ενός κόμματος που μετά βίας μπορεί να συγκεντρώσει διψήφιο ποσοστό στις δημοσκοπήσεις και μοιάζει εγκλωβισμένο στον εαυτό του όσο η κοινωνία το έχει ξεπεράσει. Οι πρόσφατες δημοσκοπήσεις δείχνουν το ΠΑΣΟΚ σταθερά να χάνει ψηφοφόρους και προσανατολισμό. Η Νέα Δημοκρατία συγκεντρώνει ποσοστά άνω του 23,5%, ενώ το ΠΑΣΟΚ αγκομαχά να φτάσει το 10,5%, με διαφορά 13 περίπου μονάδων.
Αυτή η εικόνα δεν είναι «φωτογραφία στιγμής», είναι μια διαρκής πτώση στις τάσεις της κοινής γνώμης που δείχνει ένα πρώην μεγάλο κόμμα να μην μπορεί να πείσει ότι είναι αξιόπιστη δύναμη. Το αποτέλεσμα; Το ΠΑΣΟΚ όχι μόνο χάνει έδαφος έναντι της Ν.Δ., αλλά και οι πολίτες γυρνάνε όλο και περισσότερο την πλάτη τους.
Εσωστρέφεια και εσωτερικές διαμάχες που… φοβίζουν τον κόσμο
Αντί να επικεντρώνεται σε όσα απασχολούν τον ελληνικό λαό —αγορά, οικονομία, κοινωνική δικαιοσύνη— τα υψηλόβαθμα στελέχη εκτονώνουν την ενέργειά τους εναντίον του ενός και του άλλου μέσα στο κόμμα. Η ηγεσία του Νίκου Ανδρουλάκη, όπως λέγεται, απευθύνει εκκλήσεις για ηρεμία και ενότητα, όμως, όπως σημειώνουν πολιτικοί παρατηρητές, οι δικές του προσπάθειες να «κατευνάσει το κλίμα» μένουν αναπάντητες και δεν πείθουν.
Το σκηνικό δεν είναι απλώς ένταση αλλά μόνιμη σύγκρουση. Αρκετά στελέχη ζητούν αλλαγή στρατηγικής και κατηγορούνται ότι «επιδίδονται σε δευτερεύοντα ζητήματα». Ο δήμαρχος Αθηναίων, Χάρης Δούκας, επιμένει σε θέματα που προκαλούν εσωτερικές τριβές — όπως η απόρριψη οποιασδήποτε μετεκλογικής συνεργασίας με τη Νέα Δημοκρατία — και έχει βρεθεί στο στόχαστρο προεδρικών κύκλων που δεν κρύβουν τη δυσαρέσκειά τους.
Αντίστοιχα, ο Παύλος Γερουλάνος, που πρώτος μίλησε για την αποκαλούμενη «ακούνητη βελόνα» των δημοσκοπήσεων, έχει εστιάσει τη συζήτηση στη χαμηλή δυναμική του κόμματος και στην ανάγκη ριζικής επανεξέτασης στρατηγικής — ενώ πολλοί μέσα στο κόμμα αποδεικνύουν ότι συμφωνούν.
Απειλές διαγραφών και η σιωπή που δυναμώνει την κρίση
Το πιο πρόσφατο σύμπτωμα της κρίσης δεν είναι απλώς ότι ο διάλογος γίνεται όλο και πιο τοξικός — αλλά ότι ο ίδιος ο Ανδρουλάκης φέρεται να έχει δώσει γραμμή στα στελέχη και στους βουλευτές να μην δίνουν συνεντεύξεις, προκειμένου να περιορίσει την δημόσια έκθεση των διαφορών. Η σιωπή αυτή, μακριά από το να απαλύνει την κατάσταση, κάνει το πρόβλημα πιο έντονο και το κόμμα ακόμη πιο αποκομμένο από την κοινωνία.
Σε αυτό το κλίμα, άλλωστε, δεν είναι μόνο προσωπικές αντιπαραθέσεις που προκαλούν ζημιά, υπάρχει ευρεία δυσαρέσκεια για τη στρατηγική της ηγεσίας και για την αδυναμία να θέσει το ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝΑΛ ως πειστική επιλογή για τις επόμενες εκλογές, σε μια εποχή ρευστότητας και πολιτικών αναζητήσεων.
Και οι φήμες… χειρότερες από τα επίσημα στοιχεία
Όπως αναφέρουν κύκλοι που παρακολουθούν τις εσωτερικές διεργασίες, στο παρασκήνιο κυκλοφορούν ακόμη και μηνύσεις μεταξύ στελεχών με την κατηγορία ότι ο Ανδρουλάκης «χειρίζεται αποτελέσματα και διαδικασίες» για ενίσχυση του αλγορίθμου υπέρ του δικού του προφίλ, μια εικόνα που διαψεύδεται επισήμως αλλά δείχνει πόσο δυσκολεύεται η ηγεσία να ελέγξει ακόμα και την εσωκομματική αφήγηση.
Το αποτέλεσμα είναι μία εικόνα ενός κόμματος σε μόνιμη εσωστρέφεια, όπου οι ηγετικές επιλογές μοιάζουν να υπηρετούν την αυτοσυντήρησή τους παρά την ανάκαμψη και την πολιτική παρέμβαση που αναζητά η κοινωνία.
![]()
![]()
![]()
![]()
![]()
Ο Ανδρουλάκης στο επίκεντρο – χωρίς πυξίδα ή κοινούς στόχους
Και όμως, σε αυτήν την αντιπαράθεση που απειλεί να διαλύσει το ΠΑΣΟΚ, ο ίδιος ο Νίκος Ανδρουλάκης παραμένει επικεφαλής. Μένει εκεί όχι επειδή πείθει ή εμπνέει, αλλά επειδή, όπως λέει ο περίγυρός του, ο ίδιος προτιμά να παραμένει «γατζωμένος» στην θέση του αρχηγού και επειδή, επίσης, η εσωκομματική δομή δεν έχει βρει τρόπο να τον αντικαταστήσει. Κάτω από το βάρος των δημοσκοπήσεων, της εσωστρέφειας και των δημόσιων αμφισβητήσεων, πολλοί στο κόμμα τον βλέπουν όχι ως ισχυρό ηγέτη αλλά ως την αιτία που το ΠΑΣΟΚ δεν μπορεί να ανακάμψει.
Κάθε προσπάθεια επανεκκίνησης μοιάζει να πέφτει πάνω στην ίδια τοίχο: την ένδεια στρατηγικής, την απουσία συλλογικού οράματος και την επίμονη αυτοαναφορικότητα μιας ηγεσίας που φαίνεται να παραμένει επικεφαλής όχι γιατί οδηγεί, αλλά γιατί κανείς δεν μπορεί να την ρίξει.
Η Ελλάδα αλλάζει — μόνο το ΠΑΣΟΚ μένει ίδιο. Και αυτό το ίδιο δεν είναι τίποτα άλλο παρά η πολιτική του ανυπαρξία στο κέντρο της ελληνικής πολιτικής ζωής.
Η υπόθεση Διαμαντοπούλου και η εικόνα ενός κόμματος… εκτός χρόνου
Σαν να μην έφταναν οι δημοσκοπικές κατρακύλες και ο ανοιχτός εμφύλιος στη Χαριλάου Τρικούπη, τις τελευταίες ημέρες προέκυψε και το ζήτημα της Άννας Διαμαντοπούλου, επαναφέροντας στο προσκήνιο όλα όσα το ΠΑΣΟΚ υποτίθεται ότι θέλει να αφήσει πίσω του αλλά δεν μπορεί. Η συζήτηση γύρω από τον ρόλο, τις παρεμβάσεις και τη «σκιά» παλαιών προσώπων ανέδειξε με τον πιο ωμό τρόπο ένα κόμμα που αδυνατεί να ανανεωθεί όχι μόνο πολιτικά, αλλά και αισθητικά, πολιτισμικά, γενεακά.
Η εικόνα που εκπέμπει η ηγεσία –και όχι μόνο ο πρόεδρος– είναι αυτή ενός πολιτικού οργανισμού που μοιάζει να έχει παγιδευτεί σε άλλη εποχή. Ο Νίκος Ανδρουλάκης εμφανίζεται όλο και πιο συχνά ως ένας αρχηγός παλιακός. Μαζί του, όπως φαίνεται, είναι και αρκετά στελέχη πρώτης γραμμής, που δίνουν την αίσθηση, του ντεμοντέ, του ξεπερασμένου.
Δεν είναι τυχαίο ότι ακόμη και φίλα προσκείμενοι ψηφοφόροι μιλούν πλέον ανοιχτά για μια «αραχνιασμένη» εικόνα: πρόσωπα passe, ιδέες αποτυχημένες, μια αισθητική προσώπων άλλης εποχής. Όπως λέγεται σκωπτικά σε πολιτικούς και δημοσιογραφικούς κύκλους, το μόνο που μένει είναι να εμφανιστεί από κάπου ο Ανδρέας Παπανδρέου με ζιβάγκο, για να ολοκληρωθεί το σκηνικό της πολιτικής ανακύκλωσης και της αδυναμίας αποκοπής από το παρελθόν.
Και αυτή ακριβώς η αίσθηση –ότι το ΠΑΣΟΚ δεν μιλά στο σήμερα αλλά αναπαράγει το χθες– είναι που το κρατά καθηλωμένο σε μονοψήφια ή οριακά διψήφια ποσοστά. Γιατί η κοινωνία, ακόμη κι αν αναζητά εναλλακτική, δεν πρόκειται να εμπιστευτεί ένα κόμμα που δείχνει να μην έχει καταλάβει ότι ο χρόνος έχει προχωρήσει.
Μέσα σε αυτή τη γενικευμένη αποσάθρωση, θα μπορούσε ακόμη να υπάρξει μια χαραμάδα ελπίδας. Μια ελπίδα που θα προσωποποιούνταν σε πολιτικά στελέχη με καθαρό λόγο, κοινοβουλευτική συνέπεια και πραγματική επαφή με την κοινωνία, όπως η Νάντια Γιαννακοπούλου και η Μιλένα Αποστολάκη. Πρόσωπα άξια, που, χωρίς βαρίδια μηχανισμών και χωρίς φοβικά σύνδρομα, θα μπορούσαν να διεκδικήσουν επάξια την ηγεσία και να δώσουν στο ΠΑΣΟΚ την ευκαιρία για ουσιαστική επανεκκίνηση, αντί για μια αργή και σιωπηλή παρακμή.
Το τελικό πρόβλημα έχει όνομα: Ανδρουλάκης
Όλα τα παραπάνω καταλήγουν αναπόφευκτα στον Νίκο Ανδρουλάκη. Έναν πρόεδρο που παραμένει στη θέση του περισσότερο από αδράνεια και κομματικούς μηχανισμούς, παρά από πραγματική πολιτική νομιμοποίηση. Τον αμφισβητούν στελέχη, τον προσπερνά η κοινωνία, τον αγνοούν οι δημοσκοπήσεις. Κι όμως επιμένει να παραμένει ως μέρος του προβλήματος.
Με την επιλογή της σιωπής, της εσωστρέφειας, των «γραμμών» για μη συνεντεύξεις και της πειθαρχίας διά του φόβου, ο Ανδρουλάκης δεν προστατεύει το ΠΑΣΟΚ. Το συρρικνώνει. Και όσο επιμένει να παραμένει επικεφαλής ενός κόμματος που δεν τον ακολουθεί πραγματικά, τόσο εδραιώνεται η πεποίθηση ότι είναι κατώτερος των περιστάσεων, κατώτερος του ρόλου και κατώτερος των αναγκών της εποχής.
Ενόψει, μάλιστα, της πιθανής δημιουργίας νέων πολιτικών σχημάτων – είτε γύρω από πρόσωπα με ισχυρό κοινωνικό αποτύπωμα, όπως η Καρυστιανού, είτε από την ενδεχόμενη επιστροφή του Τσίπρα, το περιβάλλον για το ΠΑΣΟΚ γίνεται ακόμη πιο ασφυκτικό.
Το ΠΑΣΟΚ δεν κινδυνεύει απλώς να χάσει εκλογές. Κινδυνεύει να γίνει πολιτικό απολίθωμα. Και με αυτή την ηγεσία, ο κίνδυνος δεν είναι θεωρητικός , είναι ήδη εδώ!