Με τον χρόνο παραγραφής να πλησιάζει, η ΑΑΔΕ αναδιατάσσει τον ελεγκτικό της μηχανισμό και φέρνει στην κορυφή των ελέγχων τις υποθέσεις που λήγουν στο τέλος του 2026. Στο επίκεντρο μπαίνουν μεταβιβάσεις ακινήτων, κληρονομιές, δωρεές και γονικές παροχές που πρέπει να ελεγχθούν πριν «κλείσει» οριστικά το χρονικό παράθυρο παρέμβασης.
Η απόφαση Α.1037/2026 του Διοικητή Γιώργου Πιτσιλή αλλάζει τον φετινό σχεδιασμό και ξεκαθαρίζει την ιεράρχηση. Προηγούνται οι υποθέσεις που κινδυνεύουν με παραγραφή και παρουσιάζουν ουσιαστικό δημοσιονομικό ενδιαφέρον και ακολουθούν οι υπόλοιπες.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται σε πράξεις φορολογίας μεταβίβασης ακινήτων, κληρονομιών, δωρεών και γονικών παροχών για τις οποίες εκπνέει στις 31 Δεκεμβρίου 2026 η προθεσμία έκδοσης πράξης διορθωτικού προσδιορισμού φόρου. Το ενδιαφέρον στρέφεται κυρίως σε ακίνητα εκτός αντικειμενικού συστήματος, όταν δεν έχει γίνει αποδεκτή από τον φορολογούμενο η προεκτίμηση ή η προσωρινή αξία της ΔΟΥ ή του ΚΕΦΟΚ. Σε περιπτώσεις όπου η αξία δεν είναι προκαθορισμένη και υπάρχουν διαφωνίες, η φορολογική διοίκηση επιδιώκει να προλάβει απώλειες εσόδων.
Παράλληλα, αναμορφώνεται συνολικά το πλάνο ελέγχων για το 2026. Τουλάχιστον το 80% των υποθέσεων που θα ελεγχθούν αφορά φορολογικά έτη και υποχρεώσεις της τελευταίας πενταετίας, μαζί με το έτος έκδοσης της απόφασης. Ακόμη πιο στοχευμένη είναι η προσέγγιση για την πρόσφατη τριετία, καθώς τουλάχιστον το 75% των ελέγχων επικεντρώνεται κατά βάση στις τρεις τελευταίες χρήσεις για τις οποίες έχει λήξει η προθεσμία υποβολής δήλωσης εισοδήματος.
Η επιλογή των φακέλων δεν γίνεται πλέον με παραδοσιακά μέσα. Οι υποθέσεις κατατάσσονται μέσω αυτοματοποιημένου μοντέλου ανάλυσης κινδύνου, το οποίο βασίζεται σε αντικειμενικά κριτήρια και σε δεδομένα από εσωτερικές και εξωτερικές πηγές. Κάθε φάκελος λαμβάνει συγκεκριμένη μοριοδότηση και εντάσσεται σε φθίνουσα σειρά ανά ελεγκτική υπηρεσία, υποδιεύθυνση ή κατηγορία φορολογουμένων. Προτεραιότητα δίνεται σε όσες συγκεντρώνουν την υψηλότερη βαθμολογία και εξυπηρετούν τους ετήσιους στόχους του επιχειρησιακού σχεδίου.
Οι επικεφαλής των ελεγκτικών υπηρεσιών διαθέτουν περιορισμένη δυνατότητα παρέμβασης. Μπορούν μέσα σε συγκεκριμένο χρονικό διάστημα να αντικαταστήσουν έως το 3% των προτεραιοποιημένων υποθέσεων ανά κατηγορία, εφόσον αιτιολογήσουν επαρκώς την ανάγκη άμεσου ελέγχου, όπως σε περιπτώσεις αυξημένης σοβαρότητας ή υψηλής εισπραξιμότητας. Η τεκμηρίωση είναι υποχρεωτική.
Στην «ταχεία γραμμή» του 2026 εντάσσονται, ανεξάρτητα από τη μοριοδότηση, και ειδικές κατηγορίες. Σε αυτές περιλαμβάνονται υποθέσεις επιστροφών φόρων, δειγματοληπτικοί έλεγχοι δικαιούχων επιστροφής ΦΠΑ ή φόρου εισοδήματος χωρίς προηγούμενο έλεγχο, φάκελοι για τους οποίους έχει ήδη εκδοθεί ή επίκειται σημείωμα διαπιστώσεων, διασταυρωτικοί έλεγχοι ενδοκοινοτικών συναλλαγών VIES και πολυμερείς έλεγχοι με αλλοδαπές αρχές. Επίσης εντάσσονται υποθέσεις που προκύπτουν από εισαγγελικές παραγγελίες ή διαβιβάσεις από αρμόδιες ελεγκτικές και αστυνομικές υπηρεσίες, έλεγχοι συμμόρφωσης χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων με υποχρεώσεις δέουσας επιμέλειας και ανταλλαγής πληροφοριών CRS και FATCA, αιτήματα αμοιβαίας διοικητικής συνδρομής, έλεγχοι για αμφισβήτηση ελάχιστου ετήσιου εισοδήματος και υποθέσεις μεταβίβασης κεφαλαίου που προκύπτουν από το ηλεκτρονικό βιβλίο μεταγραφής δηλώσεων.
Ιδιαίτερο βάρος δίνεται και στις χρήσεις των ετών 2015, 2016 και 2017, για τις οποίες προβλέπεται η έκδοση πράξεων διορθωτικού προσδιορισμού φόρου και η επιβολή προστίμων με βάση συγκεκριμένα κριτήρια. Οι έλεγχοι που αφορούν την τελευταία τριετία μπορούν, εφόσον προκύψουν σχετικά στοιχεία, να επεκταθούν και στα δύο αμέσως προηγούμενα φορολογικά έτη, όταν αυτό δικαιολογείται από τα δεδομένα κάθε υπόθεσης.