Σε ευθεία αντιπαράθεση με το Ανώτατο Δικαστήριο των Ηνωμένων Πολιτειών ήρθε ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ, μετά την απόφαση που ακυρώνει τους «ανταποδοτικούς» δασμούς που είχε επιβάλει σε εμπορικούς εταίρους της Ουάσινγκτον.
Η ετυμηγορία προκάλεσε την οργισμένη αντίδρασή του, με τον ίδιο να κάνει λόγο για «ντροπή» και να αφήνει αιχμές περί «ξένες επιρροές». Παράλληλα ανακοίνωσε την άμεση επιβολή νέου παγκόσμιου δασμού 10%.
Έντονη αντίδραση στον Λευκό Οίκο
Ο Αμερικανός πρόεδρος ενημερώθηκε για την απόφαση ενώ βρισκόταν σε πρόγευμα με κυβερνήτες στον Λευκό Οίκο. Σύμφωνα με το CNN, αντέδρασε έντονα, εκφράζοντας την αγανάκτησή του για τη Δικαιοσύνη. «Αυτά τα γαμ….α τα δικαστήρια», φέρεται να είπε, χαρακτηρίζοντας την απόφαση «ντροπή».
Η δημοσιογράφος του CNN Κρίστεν Χολμς μετέφερε επίσης ότι ο Τραμπ φέρεται να είπε «these fucking courts» («αυτά τα γ…….α δικαστήρια!»), επικαλούμενη πηγή με γνώση του περιστατικού.
Αργότερα, από την αίθουσα Τύπου, δήλωσε: «Ντρέπομαι για ορισμένα μέλη του Δικαστηρίου, πραγματικά ντρέπομαι, επειδή δεν είχαν το θάρρος να κάνουν το καλό για τη χώρα μας».
Ταυτόχρονα ξεκαθάρισε: «Με άμεση ισχύ, όλοι οι δασμοί εθνικής ασφάλειας, βάσει του Άρθρου 232, καθώς και οι υφιστάμενοι δασμοί του Άρθρου 301, παραμένουν σε ισχύ και πλήρως εφαρμοστέοι. Σήμερα θα υπογράψω διάταγμα για την επιβολή παγκόσμιου δασμού 10%, βάσει του Άρθρου 122, επιπλέον των κανονικών δασμών που ήδη επιβάλλονται».
Το νομικό πλαίσιο και οι πολιτικές προεκτάσεις
Το Άρθρο 301 της αμερικανικής εμπορικής νομοθεσίας δίνει τη δυνατότητα επιβολής μέτρων όταν διαπιστώνονται αθέμιτες πρακτικές εις βάρος των ΗΠΑ. Το Άρθρο 122 επιτρέπει προσωρινούς δασμούς έως 150 ημέρες για λόγους οικονομικής ανάγκης ή ανισορροπίας στο ισοζύγιο πληρωμών, με ενδεχόμενη παράταση μόνο κατόπιν έγκρισης του Κογκρέσου.
Η εξασφάλιση αυτής της έγκρισης εκτιμάται ότι θα αποτελέσει δύσκολη πολιτική μάχη, ιδίως ενόψει εκλογικών αναμετρήσεων και ανησυχιών για αύξηση του κόστους ζωής. Σε διαφορετική περίπτωση, ο πρόεδρος θα μπορούσε να αναζητήσει άλλες νομικές οδούς, κάτι που ενδέχεται να παρατείνει την αβεβαιότητα για τις επιχειρήσεις.
Η απόφαση 6 προς 3
Έξι από τους εννέα δικαστές έκριναν «παράνομους» τους «ανταποδοτικούς» δασμούς. Στην πλειοψηφία συμμετείχαν οι Σόνια Σοτομαγιόρ, Έλενα Κάγκαν, Κετάντζι Μπράουν Τζάκσον, ο πρόεδρος του Δικαστηρίου Τζον Ρόμπερτς, καθώς και οι Έιμι Κόνεϊ Μπάρετ και Νιλ Γκόρσατς, οι οποίοι είχαν διοριστεί από τον ίδιο τον Τραμπ στην πρώτη του θητεία.
Στη μειοψηφία βρέθηκαν οι Κλάρενς Τόμας, Σάμιουελ Αλίτο και Μπρετ Κάβανο. Ο Τραμπ εξήρε δημόσια τους τρεις, μιλώντας για «δύναμη και σοφία» και για την «ιδιοφυΐα» του Κάβανο, διαβάζοντας αποσπάσματα από το σκεπτικό της μειοψηφίας.
Σκληρές εκφράσεις και αιχμές
Ο 79χρονος πρόεδρος χαρακτήρισε την απόφαση «γελοία», «ελλιπή» και «φρικτή», επιτιθέμενος προσωπικά σε «κάποιους» δικαστές, τους οποίους αποκάλεσε «ηλίθιοι και σκυλιά». Υποστήριξε ακόμη ότι το Δικαστήριο επηρεάστηκε από «πολιτική ορθότητα» και από «ξένες επιρροές», χωρίς να δώσει διευκρινίσεις. Σε σχετική ερώτηση απάντησε: «Θα δείτε».
Αναφερόμενος ειδικά στην Έιμι Κόνεϊ Μπάρετ και τον Νιλ Γκόρσατς, δήλωσε: «Πιστεύω ότι η απόφασή τους είναι φρικτή. Πιστεύω ότι είναι προσβολή για τις οικογένειές τους, αν θέλετε να ξέρετε». Πρόσθεσε ωστόσο ότι θα προσκληθούν κανονικά στην ομιλία για την Κατάσταση της Ένωσης, σημειώνοντας: «Δεν με νοιάζει αν θα έρθουν ή όχι».
Προοπτική νέας νομικής σύγκρουσης
Παρά την απόφαση, ο Τραμπ επιμένει στην εφαρμογή νέου παγκόσμιου δασμού 10%, ο οποίος μπορεί να ισχύσει έως 150 ημέρες χωρίς κοινοβουλευτική παράταση. Παράλληλα άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο παρατεταμένης δικαστικής διαμάχης σχετικά με πιθανές επιστροφές δισεκατομμυρίων δολαρίων σε επιχειρήσεις.
Η απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου αναμένεται να επηρεάσει καθοριστικά το οικονομικό πρόγραμμα και τη διπλωματική στρατηγική του Λευκού Οίκου, ανοίγοντας έναν νέο κύκλο πολιτικής και νομικής αντιπαράθεσης στις Ηνωμένες Πολιτείες.