Δύο αδέλφια, ομογενείς από την πρώην Σοβιετική Ένωση, ο 48χρονος «Πούτιν» και ο 46χρονος «Πρόεδρος», φέρονται να βρίσκονται στην κορυφή της εγκληματικής οργάνωσης που εξάρθρωσε το «ελληνικό FBI». Σύμφωνα με τις πληροφορίες, οι δύο άνδρες είχαν εμπλακεί σε σκληρή αντιπαράθεση με τον «Έντικ», διεκδικώντας την κυριαρχία στον χώρο της μαφίας των λαθραίων τσιγάρων στη χώρα.
Για την υπόθεση έχει προγραμματιστεί σήμερα στις 10:00 το πρωί επίσημη παρουσίαση στο Αρχηγείο της ΕΛ.ΑΣ. Πρόκειται για μια ιδιαίτερα μεγάλη δικογραφία, καθώς εμπλέκονται δεκάδες άτομα, ανάμεσά τους και ένας 55χρονος αστυνομικός. Η οργάνωση φέρεται να αποκόμιζε κάθε χρόνο κέρδη πολλών εκατομμυρίων ευρώ.
Η δράση της δεν περιοριζόταν μόνο στην παραγωγή και διακίνηση λαθραίων τσιγάρων. Τα μέλη της κατηγορούνται ότι συμμετείχαν και σε πλήθος άλλων παράνομων ενεργειών, όπως εκβιασμούς, εμπρησμούς, απόπειρες δολοφονίας και άλλες βαριές εγκληματικές πράξεις. Η σύγκρουση με τον «Έντικ», όπως αναφέρουν όσοι γνωρίζουν, είχε πάρει διαστάσεις θανάσιμης διαμάχης.
Οι πρώτες πληροφορίες για το κύκλωμα έφτασαν στο «ελληνικό FBI» τον Δεκέμβριο του 2024. Ωστόσο χρειάστηκε πάνω από ένας χρόνος ερευνών μέχρι να οργανωθεί η μεγάλη αστυνομική επιχείρηση, καθώς η ομάδα είχε απλωθεί σε πολλές περιοχές και λειτουργούσε με αυστηρά μέτρα ασφαλείας και προστασίας.
Το δίκτυο της οργάνωσης εκτεινόταν σε Δυτική Αττική, Στερεά Ελλάδα, Μαγνησία και Θεσσαλονίκη, γεγονός που δείχνει το εύρος των δραστηριοτήτων της και τα πολλά «πλοκάμια» που είχε αναπτύξει.
Οι δύο φερόμενοι αρχηγοί, ο «Πούτιν» και ο «Πρόεδρος», είχαν τον απόλυτο έλεγχο της «επιχείρησης». Χρηματοδότησαν το στήσιμο του μηχανισμού, στρατολόγησαν βασικά πρόσωπα, συντόνιζαν τις κινήσεις και αποκόμιζαν τεράστια κέρδη. Η ΕΛ.ΑΣ. εντόπισε συνολικά 4 παράνομα εργοστάσια και 5 αποθήκες σε διαφορετικά σημεία της χώρας.
Αξιοσημείωτο είναι επίσης ότι τα μέλη της εγκληματικής οργάνωσης είχαν δημιουργήσει ακόμη και δικό τους κώδικα επικοινωνίας, ένα ιδιαίτερο λεξιλόγιο ώστε να μην προκαλούν υποψίες στις συνομιλίες τους, πολλές από τις οποίες βρίσκονται πλέον στα χέρια της ΕΛ.ΑΣ.