Η ένταση ανάμεσα σε Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής και Ιράν παραμένει οξυμένη ύστερα από την άκαρπη συνάντηση στη Γενεύη, με τον Αμερικανό αντιπρόεδρο Τζέι Ντι Βανς να αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο νέων βομβαρδισμών, παρότι απορρίπτει το σενάριο μιας παρατεταμένης σύρραξης.
Ο Τζέι Ντι Βανς, μιλώντας στην The Washington Post, υπογράμμισε ότι «δεν υπάρχει καμία πιθανότητα» να εξελιχθεί η αντιπαράθεση σε μακρόχρονο πόλεμο. Συμπλήρωσε πως «Η ιδέα ότι θα εμπλακούμε σε πόλεμο στη Μέση Ανατολή για χρόνια, χωρίς κανένα τέλος ενόψει — δεν υπάρχει καμιά πιθανότητα να γίνει αυτό», ενώ ξεκαθάρισε ότι «νομίζω πως όλοι προτιμάμε τη διπλωματική επιλογή» και πως οι επόμενες κινήσεις θα εξαρτηθούν «στ’ αλήθεια από το τι κάνουν και τι λένε οι Ιρανοί».
Ο τρίτος γύρος των έμμεσων διαβουλεύσεων ολοκληρώθηκε χωρίς αποτέλεσμα, παρά τις αναφορές για πρόοδο. Ο υπουργός Εξωτερικών της Ισλαμικής Δημοκρατίας, Αμπάς Αραγτσί, έκανε λόγο για τις «πιο εντατικές» συνομιλίες «μέχρι τώρα» και για «περαιτέρω πρόοδο», χωρίς ωστόσο να υπάρξει συμφωνία.
Σύμφωνα με αμερικανικές πηγές, οι απεσταλμένοι Στιβ Γουίτκοφ και Τζάρεντ Κούσνερ έθεσαν ως βασικό όρο την καταστροφή των κύριων πυρηνικών εγκαταστάσεων στο Φορντό, τη Νατάνζ και το Ισφαχάν, καθώς και την παράδοση του αποθέματος εμπλουτισμένου ουρανίου στις ΗΠΑ. Η Ουάσινγκτον επιδιώκει μια νέα συμφωνία χωρίς χρονικούς περιορισμούς, σε αντίθεση με το Κοινό Ολοκληρωμένο Σχέδιο Δράσης της περιόδου Μπαράκ Ομπάμα, από το οποίο αποχώρησε ο Ντόναλντ Τραμπ επαναφέροντας αυστηρές κυρώσεις.
Η Τεχεράνη απορρίπτει τη μεταφορά των αποθεμάτων ουρανίου στο εξωτερικό και διαφωνεί με την πλήρη παύση του εμπλουτισμού ή τη διάλυση εγκαταστάσεων. Επιμένει στο δικαίωμά της να συνεχίσει τον εμπλουτισμό, προτείνοντας μείωση του επιπέδου από το 60 τοις εκατό στο 1,5 τοις εκατό ή προσωρινή αναστολή.
Η πίεση εντάθηκε μετά την πρόσφατη τοποθέτηση του Ντόναλντ Τραμπ στο Κογκρέσο, όπου κατηγόρησε το Ιράν ότι επιδιώκει την απόκτηση πυρηνικού όπλου και διηπειρωτικών βαλλιστικών πυραύλων, κάτι που η ιρανική πλευρά αρνείται. Ο πρόεδρος των ΗΠΑ έχει προειδοποιήσει για στρατιωτική δράση αν οι συνομιλίες αποτύχουν.
Σε επιχειρησιακό επίπεδο, οι ΗΠΑ έχουν ενισχύσει αισθητά την παρουσία τους στην περιοχή, αναπτύσσοντας αεροσκάφη ανεφοδιασμού, επιθετικά Α 10 και δύο αεροπλανοφόρα, σε μια από τις μεγαλύτερες συγκεντρώσεις στρατιωτικής ισχύος των τελευταίων δεκαετιών.
Ο υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο δήλωσε ότι «δεν θα εικάσω πόσο κοντά βρίσκονται, αλλά είναι σαφές ότι επιδιώκουν διηπειρωτικούς βαλλιστικούς πυραύλους», προσθέτοντας πως η άρνηση της Τεχεράνης να συζητήσει το βαλλιστικό της πρόγραμμα αποτελεί «μεγάλο, μεγάλο πρόβλημα».
Στο εσωτερικό πολιτικό σκηνικό των ΗΠΑ, εντείνονται οι επιφυλάξεις. Ρεπουμπλικανοί βουλευτές και γερουσιαστές εμφανίζονται αντίθετοι σε ενδεχόμενη συμφωνία που θα άφηνε περιθώριο, έστω περιορισμένο, για εμπλουτισμό ουρανίου. Ο γερουσιαστής Λίντσεϊ Γκράχαμ ξεκαθάρισε ότι «αν εξεταστεί το ενδεχόμενο να επιτραπεί στο Ιράν έστω και πολύ μικρός εμπλουτισμός για λόγους διατήρησης προσχημάτων, τότε καμία συμφωνία».
Αγκάθι παραμένει και το ζήτημα των κυρώσεων, με την Ουάσινγκτον να φέρεται διατεθειμένη για περιορισμένη χαλάρωση και την Τεχεράνη να επιδιώκει ουσιαστική οικονομική ανάσα. Οι διαβουλεύσεις επικεντρώνονται στην αποτροπή απόκτησης πυρηνικού όπλου, ενώ οι τεχνικές επαφές αναμένεται να συνεχιστούν στη Βιέννη την επόμενη εβδομάδα.