Η κατάσταση στη Μέση Ανατολή οξύνεται επικίνδυνα, με τον Ντόναλντ Τραμπ να κρατά στα χέρια του τη «μεγάλη απόφαση» για το Ιράν και τις εξελίξεις να προκαλούν παγκόσμια ανησυχία. Ο Αμερικανός πρόεδρος εξέφρασε ανοιχτά τη δυσαρέσκειά του για τη στάση της Τεχεράνης, ξεκαθαρίζοντας ωστόσο ότι δεν έχει ακόμη καταλήξει στη «μεγάλη απόφαση» σχετικά με πιθανή στρατιωτική επέμβαση των ΗΠΑ.
Μιλώντας σε δημοσιογράφους, παραδέχθηκε ότι δεν είναι «ακριβώς ευτυχής» με «τον τρόπο που διαπραγματεύονται οι Ιρανοί», μετά τον τρίτο γύρο έμμεσων επαφών στη Γενεύη με τη διαμεσολάβηση του Ομάν. Την ίδια στιγμή υπογράμμισε πως «δεν έχουμε λάβει οριστική απόφαση» για νέους βομβαρδισμούς, παρότι η αμερικανική στρατιωτική παρουσία στην περιοχή έχει ενισχυθεί σε πρωτοφανές επίπεδο για τις τελευταίες δεκαετίες.
Από την πλευρά του Ομάν, ο υπουργός Εξωτερικών Μπαντρ Αλμπουσάιντι έκανε λόγο για ουσιαστική πρόοδο, σημειώνοντας ότι η ιρανική πλευρά εμφανίζεται διατεθειμένη να μην διατηρεί αποθέματα εμπλουτισμένου ουρανίου. «Αυτό είναι κάτι εντελώς καινούργιο, που κάνει αληθινά τη διένεξη για τον εμπλουτισμό λιγότερο σημαντική, διότι πλέον λέμε πως δεν θα γίνεται αποθήκευση», δήλωσε.
Παρά ταύτα, ο Τραμπ επανήλθε απαιτώντας από το Ιράν να μην προχωρά σε «καθόλου εμπλουτισμό», υποστηρίζοντας πως δεν υπάρχει ενεργειακή ανάγκη για κάτι τέτοιο.
Η Ουάσιγκτον, εν μέσω αυξανόμενων φόβων για γενικευμένη ανάφλεξη, κάλεσε το μη απολύτως απαραίτητο προσωπικό της πρεσβείας της στην Ιερουσαλήμ να αποχωρήσει λόγω «κινδύνων για την ασφάλειά» του. Παράλληλα, το πυρηνοκίνητο αεροπλανοφόρο USS Gerald R. Ford αναπτύχθηκε ανοιχτά του Ισραήλ, ενταγμένο στη δύναμη της CENTCOM, σηματοδοτώντας τη μεγαλύτερη στρατιωτική κινητοποίηση των ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή από το 2003.
Η αμερικανική κυβέρνηση ενέταξε εκ νέου το Ιράν στη λίστα χωρών που προχωρούν σε «άδικες φυλακίσεις», καλώντας τους Αμερικανούς πολίτες να «φύγουν αμέσως». Την ίδια ώρα, στο εσωτερικό της Τεχεράνης, ακούγονται φωνές που επιμένουν ότι «δεν πρέπει να γίνει καμιά παραχώρηση» προς τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Οι ΗΠΑ εξακολουθούν να κατηγορούν το Ιράν ότι επιδιώκει την απόκτηση πυρηνικών όπλων, αξιώνοντας πλήρη παύση του εμπλουτισμού ουρανίου και περιορισμούς στο πρόγραμμα βαλλιστικών πυραύλων. Η Τεχεράνη απορρίπτει κατηγορηματικά αυτές τις απαιτήσεις, με τον υπουργό Εξωτερικών Αμπάς Αραγτσί να καλεί την Ουάσιγκτον να αποφύγει «υπερβολικές απαιτήσεις» ώστε να επιτευχθεί συμφωνία, κάνοντας λόγο για τις πιο «εντατικές» συνομιλίες του τελευταίου διαστήματος.
Ο Ύπατος Αρμοστής του ΟΗΕ για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα Φόλκερ Τουρκ εμφανίστηκε έντονα προβληματισμένος, προειδοποιώντας για τον κίνδυνο περιφερειακής στρατιωτικής κλιμάκωσης. Παράλληλα, η Κίνα κάλεσε τους πολίτες της να εγκαταλείψουν το Ιράν «το συντομότερο δυνατό», ενώ η Βρετανία και η Γερμανία προχώρησαν σε έκτακτες οδηγίες ασφαλείας για τους υπηκόους τους.
Στο νότιο Ισραήλ, ο δήμαρχος της Μπερ Σεβά έδωσε εντολή για «γενικό άνοιγμα όλων των δημόσιων καταφυγίων», προετοιμάζοντας τον πληθυσμό για ενδεχόμενο πυραυλικών επιθέσεων. Παρά το τεταμένο σκηνικό, ο εκπρόσωπος των ισραηλινών ενόπλων δυνάμεων διαβεβαίωσε πως «δεν υπάρχει καμία αλλαγή στις οδηγίες» προς τους πολίτες.
Οι επόμενες ημέρες θεωρούνται κρίσιμες, με νέο γύρο τεχνικών συνομιλιών να αναμένεται στη Βιένη και το παράθυρο διπλωματικής λύσης να παραμένει ανοιχτό αλλά εξαιρετικά εύθραυστο.