Έντονες αντιδράσεις προκάλεσαν οι ανακοινώσεις της κυβέρνησης για τη νέα αύξηση του κατώτατου μισθού που παρουσίασε ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης, με τα κόμματα της αντιπολίτευσης να ασκούν σκληρή κριτική στο ύψος της αύξησης και στις συνολικές οικονομικές επιλογές.
Η κυβέρνηση επισημαίνει ότι η αύξηση δεν αφορά μόνο τον βασικό μισθό, αλλά επηρεάζει θετικά και τις τριετίες, τα μισθολογικά κλιμάκια του Δημοσίου και σειρά επιδομάτων. Παράλληλα έχει θέσει ως στόχο έως το 2027 ο μέσος μισθός να φτάσει τα 1.500 ευρώ και ο κατώτατος τα 950 ευρώ.
Από το ΠΑΣΟΚ – Κίνημα Αλλαγής ο αρμόδιος τομεάρχης Παύλος Χρηστίδης χαρακτήρισε την αύξηση «ανεπαρκής και κατώτερη των περιστάσεων», υποστηρίζοντας ότι επιβεβαιώνεται «η αποτυχία της πολιτικής της κυβέρνησης της ΝΔ». Όπως σημείωσε, η Ελλάδα παραμένει χαμηλά στην Ευρωπαϊκή Ένωση ως προς την αγοραστική δύναμη και το επίπεδο των μισθών, ενώ η καθημερινότητα των πολιτών επιβαρύνεται από το αυξανόμενο κόστος ζωής. Τόνισε ακόμη ότι «την ίδια ώρα, οι υποαμειβόμενοι εργαζόμενοι της χώρας μας είναι πρωταθλητές σε ώρες απασχόλησης και η καθημερινότητα της ελληνικής κοινωνίας επιδεινώνεται συνεχώς». Πρόσθεσε ότι «σε αυτό το περιβάλλον, η αύξηση του κατώτατου μισθού είναι ανεπαρκής και κατώτερη των περιστάσεων», επισημαίνοντας πως απαιτούνται συλλογικές διαπραγματεύσεις και πολιτικές που μειώνουν τις κοινωνικές ανισότητες.
Το Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας έκανε λόγο για «αύξηση κοροϊδία στον κατώτατο μισθό», υποστηρίζοντας ότι οι εργαζόμενοι καλούνται να ζήσουν με 771,67 ευρώ καθαρά τον μήνα, σε μια περίοδο που η ακρίβεια αυξάνεται. Σύμφωνα με το κόμμα, «δεν περίμενε κανείς τίποτα διαφορετικό από μια κυβέρνηση» που, όπως αναφέρει, δίνει προτεραιότητα στην ενίσχυση των επιχειρηματικών ομίλων. Υποστήριξε επίσης ότι «τα επιχειρήματα της κυβέρνησης, ότι αυτή η αύξηση θα συμπαρασύρει και διάφορα επιδόματα, είναι τουλάχιστον προκλητικά», επισημαίνοντας ότι πολλοί άνεργοι δεν λαμβάνουν καν επίδομα. Καταλήγοντας, τόνισε ότι «Μόνο η ενίσχυση της δράσης του εργατικού κινήματος, ο οργανωμένος λαός, μπορούν να ανατρέψουν την πολιτική του πολέμου και της φτώχειας».
Από την πλευρά της, η Νέα Αριστερά υποστήριξε ότι «ο κ. Μητσοτάκης κοροϊδεύει την κοινωνία με αυξήσεις-απάτη», επισημαίνοντας ότι από τα περίπου 40 ευρώ μεικτά προκύπτει ελάχιστη καθαρή αύξηση. Όπως αναφέρει, η ενίσχυση αντιστοιχεί σε «0,92 ευρώ τη μέρα. Ούτε μισό λίτρο βενζίνης», την ώρα που το κόστος ζωής συνεχίζει να αυξάνεται. Προσθέτει ότι «χωρίς συλλογικές συμβάσεις, χωρίς πραγματικές αυξήσεις και με πολιτικές που κρατούν τους μισθούς χαμηλά, η κοινωνία οδηγείται σε διαρκή φτωχοποίηση», ζητώντας ουσιαστική ενίσχυση των εργαζομένων και επαναφορά των συλλογικών διαπραγματεύσεων.
Η πολιτική αντιπαράθεση για το ύψος του κατώτατου μισθού αναμένεται να συνεχιστεί, καθώς η οικονομική πίεση στα νοικοκυριά παραμένει βασικό ζήτημα της δημόσιας συζήτησης.