Του Σωτήρη Σκουλούδη
![]()
Ο διεθνολόγος Λυκούργος Λιακάκος έχει προβεί σε αναλυτικές μελέτες σχετικά με τον αγωγό EastMed και μιλώντας στους Attica Times αμφισβητεί ευθέως το αφήγημα ορισμένων κύκλων ότι πρόκειται για «νεκρό» ή ξεπερασμένο έργο. Υπογραμμίζει δεότι ο αγωγός παραμένει στον επίσημο ευρωπαϊκό κατάλογο των Έργων Κοινού Ενδιαφέροντος (PCI), με συγκεκριμένα τεχνικο‑οικονομικά χαρακτηριστικά και αναβαθμισμένο ρόλο ως μελλοντικός αγωγός υδρογόνου, ενώ ταυτόχρονα συνδέεται με τον Ινδικό Διάδρομο Μέσης Ανατολής–Ευρώπης (IMEC) και τις σαουδαραβικές επενδύσεις στο πράσινο υδρογόνο. Για την Ελλάδα, εξηγεί, το διακύβευμα ξεπερνά κατά πολύ την ενέργεια: αφορά την κατοχύρωση ρόλου ευρωπαϊκής πύλης της Ανατολικής Μεσογείου, τη νομική θωράκιση των θαλάσσιων ζωνών και την αποτροπή απέναντι σε ένα διαρκώς αναθεωρητικό τουρκικό δόγμα.
Ο Λιακάκος ξεκινά από την αρχιτεκτονική συνεργασίας. Το East Med Gas Forum, σημειώνει, δεν είναι πια το χαλαρό σχήμα των πρώτων χρόνων: σήμερα αριθμεί οκτώ κράτη‑μέλη, με τη Γαλλία ως πλήρες μέλος και όχι ως παρατηρητή, και τρεις παρατηρητές – ΗΠΑ, ΕΕ και World Bank Group. Αυτή η αλλαγή δεν είναι τυπική λεπτομέρεια, αλλά δείγμα ότι το EMGF αποκτά σαφέστερο ευρωατλαντικό αποτύπωμα, με τη Γαλλία να επενδύει θεσμικά στον ρόλο της Ανατολικής Μεσογείου ως εναλλακτικής ενεργειακής πηγής για την Ευρώπη.
Από εκεί και πέρα, προχωρά στην καρδιά του ζητήματος: ο EastMed δεν έχει τυπικά εγκαταλειφθεί. Στο επικαιροποιημένο fiche της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και της CINEA, με τελευταία ενημέρωση τον Δεκέμβριο 2025, ο αγωγός εξακολουθεί να καταγράφεται ως έργο με καθεστώς PCI βάσει του άρθρου 24, με φορέα την IGI Poseidon. Το έγγραφο αναφέρει ενδεικτική ημερομηνία λειτουργίας τον Δεκέμβριο 2028, σχεδιασμένη μεταφορική ικανότητα έως 12 bcm φυσικού αερίου ετησίως, δυνατότητα μετατροπής για περίπου 13 bcm καθαρού υδρογόνου, εκτιμώμενο κόστος 5,2 δισ. ευρώ και ήδη χορηγηθείσα ευρωπαϊκή χρηματοδότηση μελετών 36,5 εκατ. ευρώ. Οι ημερομηνίες, υπενθυμίζει, εδράζονται σε στοιχεία του promoter και δεν αποτελούν εγγύηση, αλλά η ουσία για την Αθήνα είναι ότι το έργο παραμένει θεσμικά «ζωντανό» και μάλιστα με ξεκάθαρη υδρογονοκεντρική διάσταση.
Ορμούζ, LNG και η «αναγκαιότητα» του διαδρόμου
Η σημερινή συγκυρία, όπως την περιγράφει στους Attica Times, ενισχύει αντί να αποδυναμώνει τον EastMed. Υπό το βάρος του πολέμου με το Ιράν, της ανασφάλειας στο Στενό του Ορμούζ και της νέας ανάδειξης της ενεργειακής τρωτότητας της Ευρώπης, ο αγωγός επανέρχεται ως δυνητικός διάδρομος γεωπολιτικής σταθερότητας, που ενώνει την Ανατολική Μεσόγειο με την ευρωπαϊκή αγορά μέσω όδευσης λιγότερο εκτεθειμένης σε στρατηγικό εκβιασμό.
Σύμφωνα με στοιχεία της EIA και της IEA, από το Στενό του Ορμούζ διέρχεται περίπου το 20% της παγκόσμιας κατανάλωσης πετρελαϊκών υγρών, ενώ από εκεί πέρασε το 2025 ποσότητα LNG που αντιστοιχεί σχεδόν στο 20% του παγκόσμιου εμπορίου LNG, χωρίς ουσιαστικά εναλλακτικές διαδρομές για τα καταριανά φορτία. Η τρέχουσα πολεμική κλιμάκωση ανάγκασε την ΕΕ να ζητήσει αποκλιμάκωση, επαναλειτουργία του Ορμούζ και παύση πληγμάτων σε ενεργειακές υποδομές – γεγονός που, όπως επισημαίνει ο Λιακάκος, δεν ακυρώνει τον EastMed, αλλά τον καθιστά στρατηγικά πιο αναγκαίο ως ασφαλέστερη νότια διαδρομή.
Από το αέριο στο υδρογόνο – και η σύγκλιση με τον IMEC
Το δεύτερο μεγάλο επίπεδο είναι η μετάβαση από το φυσικό αέριο στο υδρογόνο. Ο EastMed, όπως τονίζει, δεν πρέπει πλέον να αντιμετωπίζεται ως απομονωμένο έργο φυσικού αερίου αλλά ως υποδομή διπλής φάσης: φυσικό αέριο στο μεταβατικό στάδιο, υδρογόνο στην ώριμη φάση της ευρωπαϊκής απανθρακοποίησης. Αυτή η «hydrogen‑ready» διάσταση, ρητά καταγεγραμμένη στα ευρωπαϊκά έγγραφα, επιτρέπει στον αγωγό να ενταχθεί σε ευρύτερη αρχιτεκτονική που ξεκινά από την Αραβική Χερσόνησο, διέρχεται από την Ανατολική Μεσόγειο και καταλήγει στην Ευρώπη.
Σε αυτό το πλαίσιο, η NEOM Green Hydrogen Company της Σαουδικής Αραβίας δηλώνει στόχο παραγωγής έως 600 τόνων carbon‑free hydrogen ημερησίως μέχρι το τέλος του 2026, ενώ η ίδια η Σαουδική Αραβία έχει ανακοινώσει από το 2025 συμφωνίες για εξαγωγές ανανεώσιμης ενέργειας και πράσινου υδρογόνου προς την Ευρώπη στο πλαίσιο του IMEC. Η Ουάσιγκτον και το Νέο Δελχί έχουν εκφράσει την πρόθεση να συγκαλέσουν τους εταίρους του IMEC και της I2U2 για νέες πρωτοβουλίες, εντάσσοντας τον διάδρομο σε ένα ευρύτερο πλέγμα ενέργειας, μεταφορών και δεδομένων.
Ο Λιακάκος υπογραμμίζει ότι εδώ ακριβώς βρίσκεται η ευκαιρία της Αθήνας: να προωθήσει τον EastMed ως μεσογειακή ευρωπαϊκή προέκταση του IMEC, όχι απλώς ως αγωγό, αλλά ως τμήμα ενός σύνθετου άξονα που συνδέει Αραβική Χερσόνησο–Ανατολική Μεσόγειο–Ευρώπη. Ταυτόχρονα, σπεύδει να ξεκαθαρίσει ότι η ισραηλινο‑σαουδαραβική εξομάλυνση δεν έχει επέλθει και ότι το Ριάντ έχει ρητά συνδέσει οποιαδήποτε ομαλοποίηση με οδικό χάρτη για παλαιστινιακό κράτος και με το τέλος του πολέμου στη Γάζα. Συνεπώς, η εξομάλυνση πρέπει να αντιμετωπίζεται ως πιθανός πολιτικός επιταχυντής του διαδρόμου, όχι ως δεδομένο θεμέλιο της στρατηγικής.
Great Sea Interconnector: το «δίδυμο» έργο και η τουρκική παρεμβολή
Στην καρδιά της ελληνικής εξίσωσης βρίσκεται και το ηλεκτρικό καλώδιο Great Sea Interconnector. Ο Λιακάκος το χαρακτηρίζει «χειροπιαστή δοκιμασία ευρωπαϊκής αξιοπιστίας», υπενθυμίζοντας ότι επισήμως πρόκειται για έργο Ελλάδας–Κύπρου–Ισραήλ, με τμήμα Κρήτη–Κύπρος μήκους 898 χιλιομέτρων και ενωσιακή στήριξη 657 εκατ. ευρώ από το CEF. Παρά ταύτα, το έργο βρίσκεται σε κατάσταση stall, με την Αθήνα να ζητεί νέα αποτίμηση κόστους για να προσελκύσει επενδυτές.
Σε ερώτηση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, οι καθυστερήσεις αποδίδονται ευθέως σε τουρκικές παρεμβάσεις και παραβιάσεις του Δικαίου της Θάλασσας, κάτι που για τον Λιακάκο επιβεβαιώνει ότι η Άγκυρα δεν αντιδρά σε «ένα έργο», αλλά σε κάθε υποδομή που παγιώνει τον ρόλο Ελλάδας και Κύπρου ως ευρωπαϊκής πύλης της Ανατολικής Μεσογείου. Έτσι, EastMed και Great Sea Interconnector πρέπει να ιδωθούν –από Αθήνα και Βρυξέλλες– ως δύο όψεις της ίδιας στρατηγικής: ευρωπαϊκή ενεργειακή ασφάλεια, θαλάσσια ελευθερία κινήσεων και αποτροπή έναντι αναθεωρητικών παρεμβάσεων.
Η νομική υπεραξία για την Ελλάδα
Πέρα από το ενεργειακό, ο Λιακάκος στέκεται ιδιαίτερα στην πολιτική και νομική διάσταση για την Ελλάδα. Η υλοποίηση του EastMed, σημειώνει, δεν αποτελεί απλώς επένδυση ή διαφοροποίηση προμηθειών, αλλά δύναται να λειτουργήσει ως de facto προηγούμενο αναγνώρισης θαλάσσιων ζωνών, ενισχύοντας την ελληνική επιχειρηματολογία σε ενδεχόμενη προσφυγή στη Χάγη για υφαλοκρηπίδα και ΑΟΖ.
Η διεθνής υποστήριξη του έργου από ΕΕ, EMGF και εμπλεκόμενα κράτη, καθώς και η εμπλοκή μεγάλων πολυεθνικών εταιρειών μέσα από συμβόλαια και επενδύσεις, συνιστούν στην πράξη έμμεση παραδοχή των θαλάσσιων οικονομικών ζωνών της Ελλάδας και της Κύπρου. Αυτό, κατά τον Λιακάκο, είναι ένα από τα σημαντικότερα –και συχνά υποτιμημένα– πλεονεκτήματα του έργου: η πολιτική του σημασία παραμένει αμετάβλητη, είτε ο αγωγός μεταφέρει φυσικό αέριο είτε καθαρό υδρογόνο.
Στο τέλος της ανάλυσής του, ο Λυκούργος Λιακάκος συμπυκνώνει το διακύβευμα για τη χώρα: ο EastMed δεν είναι ένα τεχνικό έργο που «ίσως κάποτε» υλοποιηθεί, αλλά η υλική έκφραση μιας νέας γεωπολιτικής εξίσωσης, όπου η Ευρώπη αναζητά ασφαλείς νότιες οδεύσεις, η Ανατολική Μεσόγειος διεκδικεί στρατηγική αναβάθμιση, ο αραβικός κόσμος επενδύει σε υδρογόνο και νέες συνδέσεις, και η Ελλάδα έχει τη δυνατότητα να μεταβληθεί από περιφερειακό παρατηρητή σε κεντρικό πυλώνα σύνδεσης και συνοχής.
Αν, όπως λέει, η Αθήνα επιλέξει να κινηθεί με όρους ιστορικής ευκαιρίας και όχι διαχειριστικής αμηχανίας, ο EastMed μπορεί να γίνει το έργο που θα ενώσει τη γεωγραφία της Ελλάδας με τη γεωπολιτική της αποστολή για τις επόμενες δεκαετίες.