Η ένταση στη Μέση Ανατολή κλιμακώνεται επικίνδυνα, με το Ιράν να εξαπολύει επιθέσεις σε ολόκληρη την περιοχή του Περσικού Κόλπου την ώρα που το Ισραήλ συνεχίζει σφοδρούς βομβαρδισμούς στην Τεχεράνη και σε άλλους στρατηγικούς στόχους μέσα στην ιρανική επικράτεια. Η σύγκρουση παίρνει ολοένα μεγαλύτερες διαστάσεις και απειλεί να εξελιχθεί σε μακροχρόνιο πόλεμο με σοβαρές γεωπολιτικές και οικονομικές συνέπειες.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες στηρίζουν στρατιωτικά το Ισραήλ, μετατρέποντας το μέτωπο σε μια ευρύτερη αντιπαράθεση ισχύος που εκτείνεται από τον Περσικό Κόλπο μέχρι τον Ινδικό Ωκεανό. Όλο και περισσότερα κράτη εμπλέκονται άμεσα ή έμμεσα στις εξελίξεις, ενώ οι διεθνείς αγορές αντιδρούν έντονα καθώς το ενδεχόμενο ενός παρατεταμένου πολέμου μεταξύ Ιράν και Ισραήλ δημιουργεί νέες αναταράξεις στην παγκόσμια οικονομία.
Στην περιοχή του Κόλπου, ιρανικοί πύραυλοι και μη επανδρωμένα αεροσκάφη έπληξαν στόχους στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, στο Μπαχρέιν και στο Κατάρ. Στο Ντουμπάι εκδόθηκαν οδηγίες προς τους κατοίκους να κατευθυνθούν σε ασφαλή κτίρια, ενώ οι αρχές της Ντόχα συνέστησαν στους πολίτες να παραμείνουν στα σπίτια τους εξαιτίας του αυξημένου κινδύνου. Παράλληλα η Τεχεράνη ανακοίνωσε ότι εξαπέλυσε επιθέσεις με drones εναντίον αμερικανικών δυνάμεων στο Ιράκ και στο Κουβέιτ. Στον Περσικό Κόλπο επλήγη και δεξαμενόπλοιο, γεγονός που αναδεικνύει την απειλή για τη ναυσιπλοΐα σε μια από τις σημαντικότερες ενεργειακές ζώνες του κόσμου.
Από την πλευρά του, το Ισραήλ απάντησε με τη δωδέκατη αεροπορική επιδρομή στην Τεχεράνη, πλήττοντας σύμφωνα με τις ανακοινώσεις στρατιωτικές εγκαταστάσεις και στόχους πληροφοριών. Ο αριθμός των νεκρών στο Ιράν έχει ήδη ξεπεράσει τους 1.230, ενώ υπάρχουν θύματα και σε άλλες χώρες της περιοχής.
Το Σώμα των Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης προειδοποίησε ότι οι «αντίποινες» επιθέσεις θα ενταθούν το επόμενο διάστημα, υποδηλώνοντας ότι η σύγκρουση εξελίσσεται σε πόλεμο φθοράς χωρίς σαφή χρονικό ορίζοντα. Ο πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών Ντόναλντ Τραμπ εμφανίζεται επίσης αποφασισμένος να συνεχίσει τις επιχειρήσεις, δηλώνοντας ότι οι ΗΠΑ «τα πάνε πολύ καλά στο μέτωπο του πολέμου». Ο υπουργός Άμυνας Πιτ Χέγκσεθ εκτιμά ότι οι επιχειρήσεις μπορεί να διαρκέσουν από τρεις έως οκτώ εβδομάδες, χωρίς να υπάρχει σαφές σχέδιο αποκλιμάκωσης.
Η αντιπαράθεση Ισραήλ και Ιράν έχει πλέον ξεπεράσει τα όρια της Μέσης Ανατολής, καθώς περίπου δώδεκα χώρες έχουν εμπλακεί στις εξελίξεις από τις 28 Φεβρουαρίου, όταν ξεκίνησε η κοινή στρατιωτική εκστρατεία των ΗΠΑ και του Ισραήλ. Η βύθιση ιρανικού πολεμικού πλοίου από αμερικανικό υποβρύχιο ανοιχτά της Σρι Λάνκα αποτέλεσε ιστορικό γεγονός, καθώς ήταν η πρώτη φορά μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο που αμερικανικό υποβρύχιο καταστρέφει πλοίο επιφανείας.
Την ίδια στιγμή η ένταση επεκτείνεται και σε άλλες περιοχές. Το Αζερμπαϊτζάν απείλησε με αντίποινα μετά την πτώση δύο ιρανικών drones στο έδαφός του, κατηγορία που η Τεχεράνη απέρριψε.
Στο εσωτερικό του Ιράν η κατάσταση παραμένει ιδιαίτερα τεταμένη μετά τη δολοφονία του ανώτατου ηγέτη Αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ. Η Συνέλευση των Ειδικών δεν έχει ακόμη αποφασίσει ποιος θα τον διαδεχθεί, ενώ ιρανικά μέσα ενημέρωσης αναφέρουν ότι η απόφαση θα ληφθεί «το συντομότερο δυνατό». Ακόμη και η κηδεία του Χαμενεΐ στην Τεχεράνη έχει αναβληθεί. Η ισραηλινή αεροπορία ανακοίνωσε ότι έπληξε κτίριο της Συνέλευσης των Ειδικών στην πόλη Κομ, ωστόσο σύμφωνα με πληροφορίες οι ιερωμένοι δεν βρίσκονταν μέσα στο κτίριο. Το πρακτορείο Nour ανέφερε ότι από την επίθεση σκοτώθηκαν τρία άτομα.
Παράλληλα η σύγκρουση προκαλεί σοβαρές αναταράξεις στην παγκόσμια αγορά ενέργειας. Η τιμή του πετρελαίου Brent κινείται κοντά στα 84 δολάρια το βαρέλι, σημειώνοντας άνοδο περίπου 13% μέσα σε τρεις ημέρες, ενώ το αμερικανικό αργό πλησιάζει τα 80 δολάρια. Ο χρυσός καταγράφει επίσης σημαντική άνοδο καθώς οι επενδυτές αναζητούν «ασφαλή καταφύγια». Την ίδια στιγμή τα κρατικά ομόλογα δέχονται πιέσεις και μεγάλες ροές κεφαλαίων κατευθύνονται σε money market funds, καθώς οι αγορές προετοιμάζονται για πιθανό ενεργειακό σοκ.
Η κρίση επηρεάζει και τη ναυσιπλοΐα. Η διέλευση πλοίων από το στενό του Ορμούζ έχει μειωθεί σημαντικά, καθώς πρόκειται για κομβικό σημείο του παγκόσμιου εμπορίου πετρελαίου και υγροποιημένου φυσικού αερίου. Ο Τραμπ ανακοίνωσε ότι οι ΗΠΑ θα παρέχουν ασφαλιστικές εγγυήσεις και στρατιωτική συνοδεία σε δεξαμενόπλοια για να διασφαλίσουν τη μεταφορά ενέργειας. Παρότι Ιρανός στρατιωτικός διοικητής επιμένει ότι το στενό «δεν έχει κλείσει», πολλοί αναλυτές εκτιμούν ότι θα χρειαστούν εβδομάδες μέχρι να επανέλθει η κανονική ροή. Η Σαουδική Αραβία έχει ήδη αρχίσει να μεταφέρει εκατομμύρια βαρέλια πετρελαίου μέσω λιμανιού στην Ερυθρά Θάλασσα ώστε να παρακάμψει το σημείο αυτό.
Στον αέρα η κατάσταση είναι επίσης δύσκολη, καθώς περισσότερες από 23.000 πτήσεις προς μεγάλα αεροδρόμια της Μέσης Ανατολής έχουν ακυρωθεί από την έναρξη των εχθροπραξιών, αφήνοντας χιλιάδες επιβάτες εγκλωβισμένους.
Η ένταση έφτασε και στο ΝΑΤΟ όταν ιρανικός βαλλιστικός πύραυλος κατευθύνθηκε προς την Τουρκία πριν καταρριφθεί από νατοϊκή αεράμυνα. Η Άγκυρα προειδοποίησε την Τεχεράνη να αποφύγει ενέργειες που θα μπορούσαν να επεκτείνουν τον πόλεμο, ενώ οι ιρανικές ένοπλες δυνάμεις υποστήριξαν ότι δεν στόχευσαν τη «γειτονική και φιλική» Τουρκία.
Στο Ισραήλ οι σειρήνες εξακολουθούν να ηχούν, όμως ο στρατός χαλαρώνει ορισμένους περιορισμούς στην εργασία και στις συγκεντρώσεις, σημειώνοντας ότι έχει παρατηρηθεί μικρή μείωση τόσο στον αριθμό των εκτοξεύσεων από το Ιράν όσο και στον αριθμό των πυραύλων σε κάθε επίθεση. Παρά τη μικρή αυτή αποκλιμάκωση, η χώρα βρίσκεται στο κέντρο ενός πολέμου υψηλής έντασης που αναδιαμορφώνει τις ισορροπίες στην περιοχή.
Η στρατηγική του Ντόναλντ Τραμπ, η οποία συνδυάζει τη δολοφονία του ανώτατου ηγέτη, εκτεταμένα πλήγματα σε ιρανικές στρατιωτικές και ενεργειακές υποδομές και περιορισμό της επιρροής της Τεχεράνης στην περιοχή, θεωρείται από πολλούς αναλυτές ως η αρχή μιας νέας εποχής «αχαλίνωτης» αμερικανικής ισχύος.
Η Ουάσινγκτον απορρίπτει κατηγορηματικά κάθε πιθανότητα διαπραγμάτευσης. Ο Ιρανός αξιωματούχος Μοχάμαντ Μοκχμπέρ χαρακτήρισε «καθαρό ψέμα» τα δημοσιεύματα που ανέφεραν ότι η Τεχεράνη ζήτησε επαφές με τις ΗΠΑ για τερματισμό της σύγκρουσης και δήλωσε ότι η Ισλαμική Δημοκρατία «δεν έχει καμία εμπιστοσύνη στους Αμερικανούς και καμία πρόθεση διαπραγμάτευσης».
Στο εσωτερικό των Ηνωμένων Πολιτειών ο Τραμπ διαθέτει ισχυρή πολιτική στήριξη, καθώς οι Ρεπουμπλικανοί ελέγχουν τόσο τη Γερουσία όσο και τη Βουλή. Η Γερουσία απέρριψε προσπάθεια των Δημοκρατικών να διακοπούν τα πλήγματα κατά του Ιράν και παρόμοια πρωτοβουλία στη Βουλή αναμένεται επίσης να αποτύχει. Ο Αμερικανός πρόεδρος συνεχίζει να υποστηρίζει ότι το Ιράν αποτελούσε «άμεση απειλή» και ότι οι επιθέσεις πραγματοποιήθηκαν προληπτικά για την προστασία του Ισραήλ και των αμερικανικών συμφερόντων.
Μέσα σε αυτό το σκηνικό, η σύγκρουση ανάμεσα στο Ισραήλ και το Ιράν δεν θεωρείται πλέον απλώς μια περιφερειακή κρίση, αλλά μια αναμέτρηση που μπορεί να καθορίσει τις νέες ισορροπίες ισχύος στην παγκόσμια τάξη.