Του Σωτήρη Σκουλούδη
![]()
Ο διεθνολόγος Αλέξανδρος Ιτιμούδης αναλύει στο Attica Times γιατί τα ΗΑΕ βρίσκονται στο επίκεντρο των επιθέσεων και πώς η κρίση επηρεάζει τις θαλάσσιες μεταφορές και την ελληνική ναυτιλία. Παράλληλα, ναυτιλιακοί κύκλοι ξεκαθαρίζουν το ποιος είναι ο πραγματικός… «ήρωας» στην όλη υπόθεση…
![]()
Η κλιμάκωση της έντασης στα Στενά του Ορμούζ επαναφέρει στο προσκήνιο έναν από τους σημαντικότερους γεωστρατηγικούς διαύλους του πλανήτη. Από το στενό αυτό πέρασμα διακινείται περίπου το ένα πέμπτο του παγκόσμιου εμπορίου πετρελαίου, γεγονός που καθιστά κάθε απειλή για την ασφάλεια της ναυσιπλοΐας άμεσο ζήτημα για τις διεθνείς αγορές ενέργειας αλλά και για τη ναυτιλιακή βιομηχανία.
Τις τελευταίες ημέρες, η ένταση συνδέεται με κινήσεις του Ιράν, το οποίο – σύμφωνα με αναλύσεις διεθνολόγων – επιχειρεί να ασκήσει πίεση σε συγκεκριμένους περιφερειακούς και διεθνείς παίκτες. Όπως επισημαίνει στο Attica Times ο διεθνολόγος Αλέξανδρος Ιτιμούδης, «το Ιράν αυτή τη στιγμή στοχεύει τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, τα οποία αποτελούν την κατεξοχήν κεφαλή της πρωτοβουλίας India–Middle East–Europe Economic Corridor».
Σύμφωνα με τον ίδιο, οι πυραυλικές επιθέσεις και η απειλή κλεισίματος των Στενών του Ορμούζ έχουν ως επίκεντρο το Αμπού Ντάμπι, ενώ ιδιαίτερη σημασία αποκτά και ο ρόλος του μεγάλου εμπορικού κόμβου της περιοχής. «Το λιμάνι του Jebel Ali Port αποτελεί την κορωνίδα της στρατηγικής αλυσίδας λιμένων των ΗΑΕ στη Μέση Ανατολή», σημειώνει ο κ. Ιτιμούδης, εξηγώντας ότι το δίκτυο αυτό ανταγωνίζεται ευθέως τα κινεζικά εμπορικά σχέδια στην περιοχή.
Η γεωοικονομική διάσταση
Η ένταση, όπως υποστηρίζει ο διεθνολόγος, δεν μπορεί να αποσυνδεθεί από τον ανταγωνισμό μεγάλων δυνάμεων. «Η Κίνα δεν πριμοδοτεί το Ιράν τυχαία ή επειδή υπάρχει κάποια πολιτισμική συγγένεια. Το χρησιμοποιεί ως proxy εναντίον της συμφωνίας Ευρωπαϊκή Ένωση–Ινδία, η οποία στοχεύει να αποκαθηλώσει το δικό της Belt and Road Initiative», αναφέρει.
Στο πλαίσιο αυτό, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα εμφανίζονται ως βασικός στόχος πίεσης. «Τα ΗΑΕ αποτελούν το κεντρικό κράτος του Κόλπου με την πιο προωθημένη εξωτερική πολιτική, συνεργάζονται με το Ισραήλ και λειτουργούν ως βασικός κόμβος εισροής δυτικών κεφαλαίων στην περιοχή», τονίζει.
Όπως εκτιμά ο κ. Ιτιμούδης, η Τεχεράνη διατηρεί περιθώρια συνεννόησης με άλλες χώρες του Κόλπου, όπως η Σαουδική Αραβία, το Κατάρ, το Κουβέιτ και το Μπαχρέιν, ωστόσο «τα ΗΑΕ αποτελούν τον βασικό στόχο που συστηματικά υπονομεύεται το τελευταίο διάστημα».
Κατά τον διεθνολόγο, η στρατηγική αυτή εντάσσεται σε μια ευρύτερη λογική ασύμμετρης αντιπαράθεσης. «Το Ιράν έχει στρέψει το βάρος των ενεργειών του εκεί, ώστε να διεξάγει έναν ασύμμετρο πόλεμο εναντίον της Δύσης. Ταυτόχρονα, μέσω αυτής της δυναμικής, η Κίνα υπονομεύει την Ινδία και θέτει σε εμπορική ομηρία την Ευρώπη», υποστηρίζει.
Ο αντίκτυπος στη ναυτιλία
Για τη ναυτιλία – και ιδιαίτερα για την ελληνική, η οποία ελέγχει ένα από τα μεγαλύτερα εμπορικά στόλους παγκοσμίως – η αστάθεια στα Στενά του Ορμούζ αποτελεί κρίσιμο παράγοντα κινδύνου. Η αύξηση των ασφαλίστρων κινδύνου πολέμου, οι πιθανές ανακατευθύνσεις πλοίων και η άνοδος των ναύλων είναι μερικές μόνο από τις συνέπειες που ήδη παρακολουθούν στενά οι ναυτιλιακές εταιρείες.
Εάν η κατάσταση κλιμακωθεί ή υπάρξει πραγματική διακοπή της ναυσιπλοΐας στο στενό, οι επιπτώσεις θα είναι άμεσες τόσο για την παγκόσμια αγορά ενέργειας όσο και για τις θαλάσσιες μεταφορές.
«Για ακόμη μία φορά», καταλήγει ο Αλέξανδρος Ιτιμούδης, «η Δύση βρίσκεται αντιμέτωπη με μια σύγκρουση που αφορά την ίδια την ευημερία της και όχι τις απλουστευτικές αφηγήσεις που συχνά κυκλοφορούν στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης».
Εφοπλιστής στο Attica Times: «Το πραγματικό ρίσκο στα Στενά του Ορμούζ το παίρνουν τα πληρώματα»
Τον προβληματισμό που επικρατεί σε τμήμα της ελληνικής ναυτιλιακής κοινότητας για τη διέλευση πλοίων από τα Στενά του Ορμούζ, εν μέσω αυξημένης γεωπολιτικής έντασης με το Ιράν, μεταφέρει στο Attica Times Έλληνας εφοπλιστής, ο οποίος μίλησε υπό καθεστώς ανωνυμίας. Ωστόσο, θεωρεί ότι τα λόγια του πρέπει να ακουστούν, ώστε να έχει ο κόσμος μια πιο πλήρη και ρεαλιστική εικόνα της κατάστασης…
Όπως σημειώνει, η συζήτηση για το ρίσκο που αναλαμβάνουν οι πλοιοκτήτες δεν αποτυπώνει πάντα την πραγματικότητα. «Στην πράξη, ο πλοιοκτήτης συχνά δεν ρισκάρει όσο φαίνεται», επισημαίνει, εξηγώντας ότι πολλά πλοία είναι ασφαλισμένα για πολεμικούς κινδύνους. «Αν συμβεί το χειρότερο και υπάρξει επίθεση, ενεργοποιείται η ασφάλεια. Αν δεν συμβεί τίποτα, ο πλοιοκτήτης εισπράττει τον πολύ υψηλό ναύλο που προσφέρεται σε τέτοιες συνθήκες».
Κατά τον ίδιο, το πραγματικό βάρος του κινδύνου μεταφέρεται στους ναυτικούς. «Οι πραγματικά γενναίοι σε αυτή την περίπτωση είναι τα πληρώματα. Εκείνοι είναι που ρισκάρουν το πολυτιμότερο αγαθό, τη ζωή τους», αναφέρει χαρακτηριστικά.
Ο ίδιος αποκαλύπτει ότι η εταιρεία του δέχθηκε πρόταση να περάσει πλοίο από την περιοχή με «απίστευτα υψηλό ναύλο», αλλά τελικά αρνήθηκε. «Μας πλησίασαν να περάσουμε το Ορμούζ προσφέροντας εξαιρετικά υψηλή αμοιβή. Επιλέξαμε όμως να πούμε όχι, γιατί σκεφθήκαμε το πλήρωμά μας. Όχι επειδή δεν τολμάμε – ίσα ίσα, τολμήσαμε και αρνηθήκαμε», τονίζει.
Όπως υποστηρίζει, η κατάσταση έχει δημιουργήσει ένα κλίμα έντονης πίεσης και εκφοβισμού στη ναυτιλιακή αγορά. «Κάποιοι παίρνουν το ρίσκο, αλλά στην πραγματικότητα το ρίσκο το παίρνει το πλήρωμα. Τα πλοία είναι ασφαλισμένα», σημειώνει.
Την ίδια στιγμή, η κρίση έχει δημιουργήσει μεγάλες στρεβλώσεις στην αγορά των δεξαμενόπλοιων. Σύμφωνα με τον εφοπλιστή, περίπου 300 τάνκερ βρίσκονται στην ευρύτερη περιοχή, με αρκετά να αντιμετωπίζουν προβλήματα εάν είναι δεσμευμένα σε συμβόλαια χρονοναύλωσης. «Όσοι έχουν τέτοια συμβόλαια και υπάρχουν σχετικές ασφαλιστικές ρήτρες συνεχίζουν να πληρώνονται ημερησίως», εξηγεί.
Αντίθετα, όσοι δεν είναι «μπλοκαρισμένοι» από μακροχρόνια ναυλοσύμφωνα φαίνεται να επωφελούνται από τη συγκυρία. «Οι ναύλοι έχουν εκτοξευθεί και τα χρονομίλια έχουν αυξηθεί σημαντικά, οπότε όσοι μπορούν να κινηθούν ελεύθερα στην αγορά εκμεταλλεύονται την κατάσταση», σημειώνει.
Παράλληλα, η διέλευση από περιοχές υψηλού κινδύνου συνοδεύεται από ιδιαίτερα αυξημένο ασφαλιστικό κόστος. «Οι ναυλωτές πληρώνουν επιπλέον ασφάλιση πολεμικού κινδύνου, που σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να φτάσει ακόμη και το ένα εκατομμύριο δολάρια την εβδομάδα», αναφέρει.
Ο ίδιος προειδοποιεί ότι εάν η κρίση στην περιοχή δεν αποκλιμακωθεί σύντομα, οι συνέπειες θα επηρεάσουν ευρύτερα την παγκόσμια ενεργειακή αγορά και τις θαλάσσιες μεταφορές. «Ήδη υπάρχει πρόβλημα με τις ροές πετρελαίου προς την Ασία και με τις προμήθειες. Αν η κατάσταση παραταθεί, θα δημιουργηθούν πολύ μεγαλύτερες δυσκολίες», καταλήγει.