Έφυγε από τη ζωή ο άνθρωπος που έδειξε στο ελληνικό κοινό τι σημαίνει πραγματικό σόου. Ο Γιώργος Μαρίνος πέθανε σε ηλικία 87 ετών, ύστερα από σοβαρά προβλήματα υγείας που αντιμετώπιζε τα τελευταία χρόνια.
«Ο Γιώργος Μαρίνος ήταν ένας επαναστάτης στο χώρο μας και ό,τι έκανε δεν ήταν σίγουρος ότι θα γίνει αποδεκτό, αλλά λατρεύτηκε», δήλωσε η Λόλα Νταϊφά, ενώ σύμφωνα με πληροφορίες ο σπουδαίος σόουμαν έφυγε από τη ζωή το απόγευμα της Δευτέρας 10 Μαρτίου.
Ο Γιώργος Μαρίνος αποτέλεσε μια ξεχωριστή προσωπικότητα για την ελληνική καλλιτεχνική σκηνή. Ήταν ένας δημιουργός που κατάφερε να ενώσει τη θεατρική παιδεία με τη λάμψη της νυχτερινής διασκέδασης, διαμορφώνοντας ουσιαστικά ένα νέο είδος θεάματος.
Γεννήθηκε στις 18 Ιουνίου 1939 στον Βοτανικό και μεγάλωσε με τη μητέρα του, Βασιλική, αφού οι γονείς του χώρισαν όταν ήταν ακόμη βρέφος. Ο πατέρας του, Αλέξανδρος, που είχε εξοριστεί πολιτικά στη Μακρόνησο, απουσίαζε από τα παιδικά του χρόνια. Ο Μαρίνος τον γνώρισε για πρώτη φορά όταν ήταν 12 ετών.
Παρότι η οικογένειά του πίστευε ότι θα ακολουθούσε καριέρα αρχιτέκτονα ή πολιτικού μηχανικού λόγω της αγάπης του για τα μαθηματικά, εκείνος ένιωθε έντονα την ανάγκη να στραφεί στην τέχνη. Έτσι, ενώ ήταν ακόμη ανήλικος, έδωσε κρυφά εξετάσεις και πέρασε στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου.
Η επαγγελματική του πορεία ξεκίνησε δυναμικά το 1962. Ως δευτεροετής σπουδαστής συμμετείχε στη θρυλική «Οδό Ονείρων» του Μάνου Χατζιδάκι. Εκεί βρέθηκε δίπλα σε μεγάλες μορφές της σκηνής, όπως ο Δημήτρης Χορν και η Ρένα Βλαχοπούλου, ερμηνεύοντας το εμβληματικό τραγούδι «Κάθε κήπος». Από εκεί και πέρα άνοιξε ένας δρόμος που τον οδήγησε από το θέατρο και τις μπουάτ της εποχής μέχρι τον κινηματογράφο, όπου ξεχώρισε και με τη συμμετοχή του στην ταινία «Ο τρίτος δρόμος».
Το μεγαλύτερο καλλιτεχνικό του επίτευγμα, ωστόσο, ήταν η δημιουργία ενός εντελώς νέου είδους ψυχαγωγίας. Για σχεδόν είκοσι χρόνια, από το 1973 έως το 1992, η «Μέδουσα» στου Μακρυγιάννη εξελίχθηκε σε έναν από τους σημαντικότερους καλλιτεχνικούς χώρους της Αθήνας.
Στη σκηνή εκείνη ο Μαρίνος συνδύαζε πρόζα, σάτιρα, χορό και τραγούδι, συνεργαζόμενος με σπουδαίους δημιουργούς όπως ο Σταμάτης Κραουνάκης, η Λίνα Νικολακοπούλου και ο Δημήτρης Δανίκας.
Στην προσωπική του ζωή ξεχώρισε για την ειλικρίνεια και το θάρρος του. Υπήρξε ο πρώτος γνωστός Έλληνας που μίλησε ανοιχτά για την ομοφυλοφιλία του ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του 1960, σε μια περίοδο βαθιά συντηρητική για την ελληνική κοινωνία.
Αν και ενέπνευσε το τραγούδι «Ο Αχιλλέας απ’ το Κάιρο» του Κώστα Τουρνά, ο ίδιος είχε δηλώσει ότι ο πιο μεγάλος έρωτας της ζωής του ήταν η ηθοποιός Κατιάνα Μπαλανίκα. Οι δυο τους υπήρξαν ζευγάρι για τέσσερα χρόνια στα τέλη της δεκαετίας του 1960 και παρέμειναν στενοί φίλοι και συνεργάτες μέχρι το τέλος.
Η απόφασή του να μη δημιουργήσει οικογένεια συνδεόταν με τον προβληματισμό του για το πώς θα αντιμετώπιζε η κοινωνία ένα παιδί που θα είχε το δικό του παρελθόν. Έτσι επέλεξε μια ζωή αφιερωμένη στην τέχνη, στην αγάπη του για τα σκυλιά του και στο ενδιαφέρον του για την αστρολογία.
Τη δεκαετία του 1990 γνώρισε τεράστια τηλεοπτική επιτυχία, κυρίως μέσα από την εκπομπή «Ciao ANT1», η οποία τον έκανε οικείο πρόσωπο σε κάθε ελληνικό σπίτι και ανέδειξε την ξεχωριστή του ικανότητα ως παρουσιαστή και σόουμαν διεθνούς επιπέδου.
Τα τελευταία χρόνια της ζωής του επέλεξε να απομακρυνθεί από τη δημοσιότητα. Μετά από ένα έμφραγμα το 2014 και μια σύντομη παραμονή στο «Σπίτι του Ηθοποιού» με τη στήριξη της Άννας Φόνσου, εγκαταστάθηκε σε μονάδα φροντίδας ηλικιωμένων στα νότια προάστια.
Εκεί έζησε μακριά από τα φώτα, αλλά με αξιοπρέπεια. Συχνά τραγουδούσε για τους ανθρώπους που βρίσκονταν δίπλα του και διατηρούσε ζωντανό το πνεύμα και το χιούμορ που τον καθιέρωσαν ως έναν από τους σημαντικότερους σόουμαν που γνώρισε ποτέ η Ελλάδα.