Σε κομβικό σημείο βρίσκεται η ενεργειακή στρατηγική της Ευρωπαϊκή Ένωση, καθώς οι εξελίξεις στη Μέση Ανατολή και η εκτίναξη των τιμών σε πετρέλαιο και φυσικό αέριο επαναφέρουν έντονα τον φόβο μιας νέας κρίσης. Με το Brent να πλησιάζει τα 100 δολάρια και το φυσικό αέριο να κινείται γύρω στα 50 €/MWh, οι ηγέτες της Ευρώπης καλούνται να πάρουν αποφάσεις στη Σύνοδο Κορυφής της Πέμπτης.
Στο επίκεντρο των συζητήσεων βρίσκεται ο σχεδιασμός της Ευρωπαϊκή Επιτροπή, όπως αποτυπώνεται στην επιστολή της Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν προς τα κράτη-μέλη, με στόχο τον περιορισμό της επιβάρυνσης για πολίτες και επιχειρήσεις.
Οι παρεμβάσεις που εξετάζονται κινούνται γύρω από τέσσερις βασικούς πυλώνες που καθορίζουν το τελικό ενεργειακό κόστος, τις τιμές ηλεκτρικής ενέργειας, τις χρεώσεις δικτύων, τη φορολογία και το κόστος ρύπων μέσω του συστήματος εμπορίας εκπομπών. Τα μέτρα διαχωρίζονται σε άμεσα και μακροπρόθεσμα, ενώ στο τραπέζι παραμένει και η δυνατότητα ενεργοποίησης εθνικών μηχανισμών έκτακτης ανάγκης, εφόσον δεν διαταραχθεί η ενιαία αγορά.
Παράλληλα, εξετάζεται εκ νέου η προσαρμογή του πλαφόν στο φυσικό αέριο, σε σχέση με τον μηχανισμό της περιόδου 2022-2023, ο οποίος είχε οριστεί στα 180 €/MWh αλλά δεν ενεργοποιήθηκε.
Στο εσωτερικό της Ένωσης διαμορφώνονται δύο διαφορετικές προσεγγίσεις. Ορισμένα κράτη εκτιμούν ότι η αναταραχή μπορεί να είναι προσωρινή και αποφεύγουν άμεσες παρεμβάσεις. Άλλα, ανάμεσά τους και η Ελλάδα, ζητούν συγκεκριμένη προετοιμασία ώστε να ενεργοποιηθούν γρήγορα μέτρα αν η κατάσταση επιδεινωθεί.
Ο Σταύρος Παπασταύρου επισημαίνει ότι είναι αναγκαίο να υπάρξουν από τώρα τα κατάλληλα εργαλεία και η απαιτούμενη ευελιξία, ώστε η Ευρώπη να μη βρεθεί ξανά πίσω από τις εξελίξεις, όπως συνέβη στην κρίση του 2022, όταν η αντίδραση καθυστέρησε περίπου έναν χρόνο.
Παρά τις πιέσεις, η ενεργειακή μετάβαση και η απανθρακοποίηση παραμένουν βασική προτεραιότητα, καθώς θεωρούνται κρίσιμες για τη μακροπρόθεσμη ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής οικονομίας. Ωστόσο, η εφαρμογή των μέτρων συνοδεύεται από δυσκολίες, καθώς η μείωση φόρων εξαρτάται από τις αντοχές κάθε οικονομίας, ενώ οι παρεμβάσεις σε δίκτυα και αγορές ενδέχεται να δημιουργήσουν ανισορροπίες στον ανταγωνισμό.
Χώρες με ισχυρότερα δημοσιονομικά περιθώρια, όπως η Γερμανία, έχουν μεγαλύτερη δυνατότητα στήριξης, γεγονός που εντείνει τις αποκλίσεις εντός της ενιαίας αγοράς. Από ελληνικής πλευράς, δίνεται έμφαση στη συμμόρφωση με τους ευρωπαϊκούς κανόνες, ώστε να μη διαταραχθεί η δημοσιονομική σταθερότητα.
Η επικείμενη Σύνοδος Κορυφής αναμένεται να αποτελέσει κρίσιμο τεστ για την ενότητα της ευρωπαϊκής απάντησης. Το ζητούμενο δεν είναι μόνο η συγκράτηση των τιμών, αλλά και η ενίσχυση της ανθεκτικότητας της ενεργειακής αγοράς απέναντι σε γεωπολιτικές αναταράξεις, με τις αποφάσεις των ηγετών να καθορίζουν την πορεία της Ευρώπης και για τις επόμενες κρίσεις.