Της Μαριάννας Γεωργαντή
![]()
Για 14η συνεχόμενη ημέρα, η Μέση Ανατολή φλέγεται, με τη σύγκρουση ανάμεσα στο Ιράν, το Ισραήλ και τις Ηνωμένες Πολιτείες να αποκτά πλέον χαρακτηριστικά πολυεπίπεδου πολέμου, στρατιωτικού, οικονομικού, ενεργειακού και γεωπολιτικού. Το βλέμμα όλων είναι στραμμένο στο Στενό του Ορμούζ, εκεί όπου κρίνεται όχι μόνο η δυνατότητα του Ιράν να πιέσει τη Δύση, αλλά και η σταθερότητα της παγκόσμιας οικονομίας. Κάθε εξέλιξη στην περιοχή αυτή επηρεάζει άμεσα τις τιμές της ενέργειας, το εμπόριο, τις διεθνείς αγορές, τη ναυσιπλοΐα και, τελικά, την καθημερινότητα εκατομμυρίων ανθρώπων, ανάμεσά τους και των Ελλήνων πολιτών.
Η νέα φάση της κρίσης σηματοδοτείται από δύο κινήσεις με ιδιαίτερη βαρύτητα. Η πρώτη είναι η απόφαση της Ουάσινγκτον να επικήρυξει με 10 εκατομμύρια δολάρια τον Μοτζτάμπα Χαμενεΐ και στελέχη της ιρανικής ηγεσίας, δείχνοντας ότι οι ΗΠΑ δεν περιορίζονται πλέον σε στρατιωτική πίεση, αλλά περνούν και σε μια πολιτικο-ψυχολογική επίθεση στο ίδιο το κέντρο εξουσίας της Τεχεράνης. Η δεύτερη είναι το δημοσίευμα της Wall Street Journal ότι το Πεντάγωνο στέλνει πεζοναύτες και επιπλέον πολεμικά πλοία προς την περιοχή του Στενού του Ορμούζ, καθώς εντείνονται οι φωνές για συνοδεία εμπορικών και ενεργειακών πλοίων.
Οι δύο αυτές ειδήσεις, αν διαβαστούν μαζί, αποκαλύπτουν το πραγματικό εύρος της αμερικανικής στρατηγικής. Οι ΗΠΑ δεν επιδιώκουν απλώς να αναχαιτίσουν πυραύλους ή να προστατεύσουν συμμάχους. Επιχειρούν να χτυπήσουν το ιρανικό καθεστώς ταυτόχρονα σε τρία επίπεδα: στρατιωτικά, οικονομικά και συμβολικά. Από τη μία, ενισχύουν τη στρατιωτική τους παρουσία σε ένα από τα πιο κρίσιμα θαλάσσια σημεία του κόσμου. Από την άλλη, επιχειρούν να στείλουν μήνυμα προς την ιρανική ηγεσία ότι κανένα επίπεδο εξουσίας δεν παραμένει στο απυρόβλητο.
Η επικήρυξη του Μοτζτάμπα Χαμενεΐ έχει ιδιαίτερη βαρύτητα, διότι δεν αφορά ένα τυχαίο πρόσωπο. Αφορά τον άνθρωπο που παρουσιάζεται ως ο νέος ανώτατος θρησκευτικός ηγέτης του Ιράν και, άρα, ως πρόσωπο-κλειδί για τη συνέχεια της εξουσίας στην Ισλαμική Δημοκρατία. Η απόφαση της Ουάσινγκτον να προσφέρει αμοιβή για πληροφορίες που σχετίζονται με την τύχη ή τον εντοπισμό της ιρανικής ηγεσίας και στελεχών όπως ο Αλί Λαριτζανί δεν είναι μια απλή διπλωματική κίνηση. Είναι απόπειρα αποσταθεροποίησης του πυρήνα του καθεστώτος. Οι ΗΠΑ επιχειρούν να περάσουν από τη στρατιωτική αναμέτρηση με το ιρανικό κράτος στην άμεση πίεση κατά των προσώπων που το συγκροτούν.
Την ίδια στιγμή, η συζήτηση για το Ορμούζ γίνεται όλο και πιο πιεστική. Το Στενό δεν είναι απλώς μια θαλάσσια δίοδος. Είναι η ενεργειακή αρτηρία του πλανήτη. Από εκεί διέρχεται τεράστιο ποσοστό των παγκόσμιων ροών πετρελαίου και υγροποιημένου αερίου. Όποιος απειλεί την ασφάλεια του Ορμούζ, απειλεί άμεσα την παγκόσμια οικονομία. Γι’ αυτό και το ενδεχόμενο αποστολής επιπλέον αμερικανικών πλοίων και πεζοναυτών δεν είναι μια δευτερεύουσα κίνηση εντυπωσιασμού. Είναι μια επιχείρηση ελέγχου και αποτροπής σε σημείο στρατηγικής ασφυξίας.
Οι πληροφορίες ότι εξετάζεται ή προωθείται συνοδεία πλοίων από αμερικανικές δυνάμεις δείχνουν ότι η Ουάσινγκτον προετοιμάζεται για πιο ενεργή εμπλοκή στη θαλάσσια ασφάλεια. Παρά τις δημόσιες επιφυλάξεις Αμερικανών αξιωματούχων ότι το περιβάλλον στο Ορμούζ είναι «τακτικά πολύπλοκο», είναι ξεκάθαρο ότι οι ΗΠΑ δεν πρόκειται να επιτρέψουν εύκολα στο Ιράν να επιβάλει ντε φάκτο καθεστώς φόβου στην περιοχή. Εάν το Ιράν καταφέρει να κάνει τους διεθνείς ναυτιλιακούς παίκτες να θεωρούν το Στενό μη ασφαλές, θα έχει επιτύχει ένα ισχυρό στρατηγικό πλήγμα κατά της Δύσης χωρίς καν να χρειαστεί τυπικό αποκλεισμό.
Από την πλευρά της Τεχεράνης, η τακτική είναι εξίσου σαφής. Το Ιράν γνωρίζει ότι δεν μπορεί εύκολα να αντιμετωπίσει κατά μέτωπο τη στρατιωτική υπεροχή των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ισραήλ. Μπορεί όμως να μετατρέψει την αστάθεια σε όπλο. Μπορεί να στέλνει πυραύλους και drones προς το Ισραήλ, να χτυπά στόχους στις χώρες του Κόλπου, να δημιουργεί πίεση στις αμερικανικές βάσεις, να αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο απειλής στη ναυσιπλοΐα και να προκαλεί πανικό στις αγορές. Αυτό ακριβώς κάνει. Επιχειρεί να μεταφέρει το κόστος του πολέμου σε ολόκληρο το διεθνές σύστημα.
Η νέα ομοβροντία πυραύλων από το Ιράν προς το Ισραήλ, οι συνεχιζόμενες επιθέσεις με drones, οι αναχαιτίσεις από χώρες όπως η Σαουδική Αραβία, αλλά και οι προειδοποιήσεις για νέες επιθέσεις στο Τελ Αβίβ, δείχνουν ότι η ιρανική πλευρά δεν εμφανίζει σημάδια άμεσης υποχώρησης. Αντίθετα, επιχειρεί να δείξει αντοχή, διατηρώντας την εικόνα μιας χώρας που, ακόμη και υπό σφοδρά πλήγματα, μπορεί να συνεχίσει να παράγει στρατιωτική πίεση. Η αναφορά των Φρουρών της Επανάστασης ότι έχουν καταρρίψει 111 μη επανδρωμένα αεροσκάφη εντάσσεται ακριβώς σε αυτό το πλαίσιο: είναι μήνυμα προς το εσωτερικό και το εξωτερικό ότι το καθεστώς παραμένει λειτουργικό και ικανό να αντιστέκεται.
Την ίδια ώρα, το Ισραήλ συνεχίζει το σφυροκόπημα στην Τεχεράνη και σε άλλους στόχους στο ιρανικό έδαφος, ενώ χτυπά παράλληλα και τον άξονα της Χεζμπολάχ στον Λίβανο. Η ανακοίνωση περί θανάτου των διοικητών της μεραρχίας εκτόξευσης πυραύλων της Χεζμπολάχ φανερώνει ότι το Ισραήλ δεν περιορίζεται σε αμυντικές κινήσεις, αλλά προχωρά σε επιθετική εξουδετέρωση κρίσιμων κόμβων ισχύος του φιλοϊρανικού δικτύου στην περιοχή. Ο Λίβανος μετατρέπεται ξανά σε πεδίο αναμέτρησης, με βαρύτατο τίμημα για τους αμάχους. Οι νεκροί αυξάνονται, οι περιοχές που πλήττονται πολλαπλασιάζονται και ο φόβος χερσαίων επιχειρήσεων μεγαλώνει.
Η τραγωδία της Σιδώνας, με οκτώ νεκρούς από πλήγμα, αλλά και η πληροφορία για νεκρή στην Τεχεράνη από νέα επιδρομή, υπενθυμίζουν κάτι που συχνά χάνεται πίσω από τους γεωπολιτικούς όρους και τα στρατιωτικά δελτία: κάθε κλιμάκωση πληρώνεται πρώτα από τους αμάχους. Γι’ αυτό και η αντικειμενική αποτίμηση του πολέμου επιβάλλει καθαρότητα. Ναι, υπάρχουν στρατιωτικές λογικές, στρατηγικά συμφέροντα, περιφερειακοί συσχετισμοί. Όμως υπάρχει και ανθρώπινο κόστος, τεράστιο, σκληρό και πολλές φορές μη αναστρέψιμο. Και όποιος γράφει ή μιλά για αυτή τη σύγκρουση οφείλει να μην το ξεχνά.
Παράλληλα, όλο και περισσότερα σημάδια δείχνουν ότι η σύγκρουση ακουμπά και την ευρύτερη διεθνή ασφάλεια. Η παρουσία άνω των 100 πρέσβεων και διπλωματών σε ειδική ισραηλινή ενημέρωση στον ΟΗΕ αποτυπώνει ότι η διεθνής κοινότητα αντιλαμβάνεται τη σοβαρότητα της κατάστασης. Το ίδιο και οι αντιδράσεις άλλων ηγετών, όπως του Ζελένσκι, που επισήμανε ότι η παγκόσμια μετατόπιση προσοχής προς τη Μέση Ανατολή βλάπτει την Ουκρανία. Με απλά λόγια, η σύγκρουση Ιράν–Ισραήλ–ΗΠΑ δεν αναδιατάσσει μόνο τους συσχετισμούς στην περιοχή, αλλά επηρεάζει και άλλα μέτωπα του πλανήτη.
Και καθώς η διεθνής τάξη πιέζεται, η Τουρκία επιχειρεί για ακόμη μία φορά να παίξει το γνώριμο παιχνίδι της διπλής γλώσσας. Ο Ερντογάν δηλώνει ότι η χώρα του δεν θα παρασυρθεί στον πόλεμο, αλλά είναι προετοιμασμένη για κάθε απειλή. Η ρητορική αυτή παρουσιάζεται ως υπεύθυνη στάση, στην πραγματικότητα όμως υπηρετεί τον διαχρονικό τουρκικό τακτικισμό. Η Άγκυρα θέλει να εμφανίζεται ταυτόχρονα ως περιφερειακή δύναμη, ως επιτηρητής της σταθερότητας, ως χώρα που συνομιλεί με όλους και ως παίκτης που μπορεί να αποσπά προνόμια και ανταλλάγματα από παντού.
Αυτό φάνηκε καθαρά και στην είδηση ότι πλοίο τουρκικής ιδιοκτησίας διέσχισε το Στενό του Ορμούζ μετά από συμφωνία που, σύμφωνα με τον Τούρκο υπουργό Μεταφορών, επετεύχθη με το Ιράν. Η λεπτομέρεια αυτή δεν είναι καθόλου ασήμαντη. Δείχνει ότι την ώρα που η διεθνής ναυτιλία ανησυχεί, η Τουρκία φροντίζει να διασφαλίζει ειδικά κανάλια εξυπηρέτησης των δικών της συμφερόντων. Με άλλα λόγια, ενώ εμφανίζεται δημοσίως ως δύναμη που δεν θέλει εμπλοκή, στην πράξη αξιοποιεί την κρίση για να ενισχύσει τη διαπραγματευτική της θέση και να παρουσιάσει τον εαυτό της ως αναγκαίο συνομιλητή.
Αυτό ακριβώς είναι το πρόβλημα με την τουρκική εξωτερική πολιτική. Δεν καθοδηγείται από αρχές, αλλά από συναλλακτικό κυνισμό. Δεν υπηρετεί τη σταθερότητα, αλλά την εκμετάλλευση της αστάθειας. Δεν λειτουργεί με όρους διεθνούς συνέπειας, αλλά με όρους ευκαιριακού παζαριού. Η Άγκυρα επιδιώκει να βγαίνει πάντα κερδισμένη από τις κρίσεις των άλλων, ακόμη και όταν αυτές απειλούν ευρύτερες ισορροπίες. Θέλει να συνομιλεί με τη Δύση, χωρίς να αποκόπτεται από τους αντιπάλους της Δύσης. Θέλει να είναι χρήσιμη σε όλους, αλλά δεσμευμένη σε κανέναν.
Η Ελλάδα οφείλει να βλέπει αυτή την πραγματικότητα χωρίς αυταπάτες. Δεν χρειάζεται υπερβολές, ούτε φοβικές αντιδράσεις. Χρειάζεται καθαρή ανάγνωση. Σε κάθε μεγάλη περιφερειακή κρίση, η Τουρκία θα επιχειρεί να αυξήσει το γεωπολιτικό της βάρος. Θα προσπαθεί να αποσπάσει ανταλλάγματα από τις ΗΠΑ, να εμφανιστεί indispensable στο ΝΑΤΟ, να συντηρεί ανοιχτά κανάλια με αντιπάλους της Δύσης και ταυτόχρονα να διατηρεί τη δυνατότητα πίεσης στην Ανατολική Μεσόγειο. Αυτό δεν είναι υπόθεση, είναι πάγια πρακτική.
Ακριβώς γι’ αυτό η ελληνική στάση πρέπει να είναι σοβαρή, σταθερή και στρατηγική. Η χώρα μας δεν μπορεί να παρακολουθεί παθητικά μια τέτοια κρίση. Η Ελλάδα είναι ναυτική δύναμη, ενεργειακό πέρασμα, μέλος της Ε.Ε. και του ΝΑΤΟ, πυλώνας σταθερότητας στην Ανατολική Μεσόγειο. Ό,τι συμβαίνει στο Ορμούζ, στις αγορές πετρελαίου, στις θαλάσσιες μεταφορές και στα περιφερειακά ισοζύγια ισχύος, μας αφορά άμεσα. Και μας αφορά όχι μόνο διπλωματικά ή στρατιωτικά, αλλά και κοινωνικά.
Διότι πίσω από τις εξελίξεις αυτές έρχεται ο λογαριασμός για τις ευρωπαϊκές κοινωνίες. Αν το Στενό του Ορμούζ καταστεί ακόμη πιο επισφαλές, αν η συνοδεία πλοίων δεν καταφέρει να αποκαταστήσει αίσθηση ασφάλειας, αν οι αγορές συνεχίσουν να λειτουργούν με όρους πολεμικού ρίσκου, τότε η τιμή του πετρελαίου και του φυσικού αερίου θα πιεστεί ανοδικά. Αυτό σημαίνει ακριβότερα καύσιμα, αυξημένο μεταφορικό κόστος, νέες ανατιμήσεις σε αγαθά και υπηρεσίες, μεγαλύτερη πίεση στα νοικοκυριά και στις επιχειρήσεις.
Για την Ελλάδα, η απειλή αυτή είναι ακόμη πιο άμεση, γιατί η οικονομία μας είναι ιδιαίτερα ευαίσθητη στο κόστος της ενέργειας και στη φορολογική επιβάρυνση των καυσίμων. Ο Έλληνας πολίτης δεν βιώνει μόνο τη διεθνή αύξηση της τιμής. Βιώνει και τη συσσωρευμένη επιβάρυνση από φόρους, τέλη και έμμεσες επιδράσεις σε ολόκληρη την αλυσίδα αγοράς. Κάθε νέα άνοδος της τιμής του βαρελιού μεταφράζεται γρήγορα σε πίεση στην αντλία, στην παραγωγή, στη μεταφορά, στο ράφι.
Εδώ βρίσκεται και η μεγάλη πολιτική πρόκληση. Η κυβέρνηση δεν αρκεί να παρακολουθεί τις διεθνείς εξελίξεις. Πρέπει να προετοιμάζεται για την οικονομική τους αντανάκλαση. Το πλαφόν στο περιθώριο κέρδους μπορεί να αποτελεί εργαλείο ελέγχου σε ορισμένες συνθήκες, όμως δεν αρκεί όταν η ίδια η διεθνής αγορά φλέγεται. Ο επιχειρηματικός κόσμος ήδη ζητά ουσιαστικότερες παρεμβάσεις και δεν έχει άδικο όταν επισημαίνει ότι σε μια χώρα όπως η Ελλάδα η φορολογία στα καύσιμα εντείνει δυσανάλογα το σοκ. Αν η κρίση στη Μέση Ανατολή παραταθεί, η πίεση αυτή θα μεγαλώσει.
Την ίδια στιγμή, η διεθνής σύγκρουση αναδεικνύει με τον πιο ωμό τρόπο πόσο αφελής είναι η αντίληψη ότι η γεωπολιτική δεν αφορά την καθημερινότητα. Αφορά και παρααφορά. Αφορά το ποιος ελέγχει μια θαλάσσια δίοδο. Αφορά το αν ένα δεξαμενόπλοιο θα περάσει ή όχι. Αφορά το αν οι ΗΠΑ θα στείλουν πεζοναύτες και πλοία στο Ορμούζ. Αφορά το αν η Ουάσινγκτον επικήρυξε τον νέο ανώτατο ηγέτη του Ιράν και τι σημαίνει αυτό για τη διάρκεια και την ένταση της σύγκρουσης. Αφορά το αν η Τουρκία παζαρεύει ξεχωριστή μεταχείριση για τα πλοία της. Τίποτα από όλα αυτά δεν είναι μακρινό. Όλα φτάνουν στο πορτοφόλι, στην ασφάλεια, στην εθνική στρατηγική.
Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι η σύγκρουση έχει αρχίσει να δημιουργεί και ένα ευρύτερο περιβάλλον αβεβαιότητας στην περιοχή του Κόλπου. Οι αναφορές για επαναπατρισμό Γάλλων τουριστών από τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, οι ανησυχίες για τις αερομεταφορές, οι επιθέσεις σε χώρες της περιοχής και οι συνεχιζόμενες απειλές κατά αμερικανικών βάσεων δείχνουν ότι το πεδίο του πολέμου δεν περιορίζεται πια σε ένα κλειστό στρατιωτικό θέατρο. Αγγίζει κράτη, κοινότητες, επιχειρήσεις, τουρισμό, εμπόριο και ευρύτερες περιφερειακές λειτουργίες.
Μπροστά σε αυτή την κατάσταση, η Ελλάδα χρειάζεται μια στάση που να συνδυάζει νηφαλιότητα και ισχύ. Αντικειμενικότητα απέναντι στον πόλεμο σημαίνει να αναγνωρίζεις τα δεδομένα χωρίς προπαγανδιστικές παρωπίδες. Να βλέπεις τη βαρύτητα της ιρανικής απειλής, χωρίς να αγνοείς το ανθρώπινο κόστος των επιθέσεων. Να κατανοείς τα στρατηγικά διλήμματα του Ισραήλ και των ΗΠΑ, χωρίς να θεωρείς αυτονόητη ή αναίμακτη κάθε στρατιωτική επιλογή. Να αντιλαμβάνεσαι την πολυπλοκότητα της περιοχής, χωρίς να σχετικοποιείς τον κίνδυνο που δημιουργούν καθεστώτα, παραστρατιωτικοί μηχανισμοί και αποσταθεροποιητικές στρατηγικές.
Ταυτόχρονα, φιλελληνική οπτική δεν σημαίνει κραυγές. Σημαίνει εθνική εγρήγορση. Σημαίνει να αντιλαμβανόμαστε ότι σε περιόδους μεγάλων διεθνών αναταράξεων, η Ελλάδα πρέπει να προστατεύσει τα συμφέροντά της, να θωρακίσει τη θέση της, να επενδύσει στις συμμαχίες της, να ενισχύει την αποτροπή της και να μη δείχνει ούτε αδράνεια ούτε αφέλεια απέναντι στην τουρκική τακτική. Η χώρα μας οφείλει να είναι παρούσα, αξιόπιστη, υπολογίσιμη.
Ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή δεν έχει ακόμη δείξει τα πλήρη όριά του. Κανείς δεν μπορεί με βεβαιότητα να πει πόσο θα κρατήσει, πόσο θα κλιμακωθεί και αν θα υπάρξουν νέοι δρώντες που θα εμπλακούν πιο ανοιχτά. Εκείνο όμως που είναι σαφές είναι πως βρισκόμαστε μπροστά σε ένα ιστορικό σημείο καμπής. Η αμερικανική απόφαση να επικήρυξει τον Μοτζτάμπα Χαμενεΐ και ιρανικά ηγετικά στελέχη δείχνει ότι η αντιπαράθεση αγγίζει τον πυρήνα της ιρανικής εξουσίας. Η προώθηση πεζοναυτών και πολεμικών πλοίων στο Ορμούζ δείχνει ότι η σύγκρουση μπαίνει σε φάση πιο άμεσης στρατιωτικής θωράκισης του θαλάσσιου πεδίου. Η συνέχιση των πυραυλικών και αεροπορικών χτυπημάτων αποδεικνύει ότι η αποκλιμάκωση δεν φαίνεται άμεση.
Και μέσα σε όλα αυτά, η Ελλάδα δεν πρέπει ούτε να παρασυρθεί από εύκολους εντυπωσιασμούς ούτε να κρυφτεί πίσω από τη λογική ότι «είναι μακριά από εμάς». Δεν είναι μακριά από εμάς. Είναι δίπλα μας, πάνω στις θάλασσές μας, στις αγορές μας, στις συμμαχίες μας, στην ασφάλεια της περιοχής μας. Όσο η Τουρκία θα προσπαθεί να κερδίζει χώρο από το χάος και όσο η διεθνής αστάθεια θα πιέζει την Ευρώπη, τόσο η Ελλάδα πρέπει να ενισχύει τη δική της σοβαρότητα, συνέπεια και ισχύ.
Το κρίσιμο συμπέρασμα είναι ένα, η σύγκρουση αυτή δεν κρίνεται μόνο με πυραύλους και βομβαρδισμούς. Κρίνεται και στο ποιος θα ελέγξει τους θαλάσσιους δρόμους, ποιος θα αντέξει την οικονομική πίεση, ποιος θα εκμεταλλευτεί τις γκρίζες ζώνες της κρίσης και ποιος θα παραμείνει πυλώνας σταθερότητας σε μια περιοχή που σκοτεινιάζει. Η Ελλάδα οφείλει να ανήκει ξεκάθαρα στη δεύτερη κατηγορία. Με καθαρό μυαλό, εθνική αυτοπεποίθηση και στρατηγική επιμονή.