Του Κίμωνα Λογοθέτη
![]()
Η επιβολή προστίμων βάσει του Κώδικας Οδικής Κυκλοφορίας αποτελεί βασικό εργαλείο οδικής πολιτικής. Ο σκοπός του δεν είναι ή τουλάχιστον δεν θα έπρεπε να είναι εισπρακτικός. Είναι πρωτίστως αποτρεπτικός και προληπτικός. Το πρόστιμο έχει νόημα μόνο όταν λειτουργεί άμεσα, ως μηχανισμός συμμόρφωσης και υπενθύμισης του κανόνα. Όταν, όμως, μετατρέπεται σε ετεροχρονισμένο τιμωρητικό μέσο, χάνει την αποτρεπτική του λειτουργία και ενισχύει τη δυσπιστία απέναντι στην Πολιτεία.
Σήμερα, η χώρα διαθέτει το Ενιαίο Σύστημα Διαχείρισης Παραβάσεων, που υλοποιήθηκε από το Υπουργείο Ψηφιακής Διακυβέρνησης σε συνεργασία με την Κοινωνία της Πληροφορίας Α.Ε.. Μέσω της πλατφόρμας gov.gr, οι διοικητικές πράξεις μπορούν να κοινοποιούνται άμεσα και αυτοματοποιημένα στη θυρίδα του πολίτη. Η τεχνολογία υπάρχει. Το ερώτημα είναι γιατί, παρά τη δυνατότητα άμεσης ψηφιακής ενημέρωσης, εξακολουθούν να αποστέλλονται κλήσεις για παραβάσεις που τελέστηκαν πριν από οκτώ ή και δέκα χρόνια. Το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο επιτρέπει στο Δημόσιο να διεκδικεί την είσπραξη διοικητικών προστίμων ακόμη και μετά από δεκαετία.
Έτσι, ένας οδηγός μπορεί να βρεθεί αντιμέτωπος το 2026 με παράβαση του 2016. Σε ορισμένες περιπτώσεις, ακόμη και παραβάσεις ταχύτητας στην Αττική Οδό κοινοποιούνται δύο χρόνια μετά την τέλεσή τους. Ποια αποτρεπτική λειτουργία μπορεί να υπηρετήσει μια τέτοια καθυστέρηση; Πώς μπορεί να επηρεάσει τη συμπεριφορά ενός πολίτη όταν η συνέπεια αποσυνδέεται πλήρως από το γεγονός; Η άμεση κοινοποίηση αποτελεί προϋπόθεση αποτελεσματικότητας. Όταν η κύρωση επιβάλλεται σε εύλογο χρόνο, λειτουργεί ως σαφής υπενθύμιση και ενισχύει τη συμμόρφωση. Όταν όμως αποστέλλεται χρόνια μετά, εκλαμβάνεται ως καθαρά εισπρακτικό μέτρο.
Και τότε το πρόβλημα δεν είναι το ύψος του προστίμου, αλλά η θεσμική του νομιμοποίηση στη συνείδηση του πολίτη. Ασφαλώς και πρέπει να υπάρχει αυστηρός έλεγχος και καθολική εφαρμογή του ΚΟΚ. Η οδική ασφάλεια δεν είναι διαπραγματεύσιμη. Όμως, η αυστηρότητα δεν ταυτίζεται με τη διοικητική καθυστέρηση. Σε ένα σύγχρονο ψηφιακό κράτος, η ύπαρξη τεχνολογικών εργαλείων καθιστά αδικαιολόγητη την πολυετή αναμονή. Απαιτείται άμεσα νομοθετική ρύθμιση που να θέτει σαφές χρονικό όριο κοινοποίησης. Μια εύλογη προθεσμία για παράδειγμα ένας μήνας από την τέλεση της παράβασης θα διασφάλιζε ότι το πρόστιμο διατηρεί τον αποτρεπτικό του χαρακτήρα.
Πέραν αυτού του διαστήματος, η διοικητική κύρωση χάνει την ουσία της. Παράλληλα, τα έσοδα από τα πρόστιμα που καταλήγουν στα ταμεία των δήμων οφείλουν να επιστρέφουν με διαφάνεια στην κοινωνία: σε έργα βελτίωσης της οδικής ασφάλειας, σε διαγραμμίσεις, φωτισμό, ασφαλείς διαβάσεις και συντήρηση του οδικού δικτύου. Μόνο τότε η κύρωση αποκτά πραγματικό κοινωνικό αντίκρισμα. Γιατί το πρόστιμο έχει αξία μόνο όταν λειτουργεί ως μέσο αποτροπής. Όχι όταν μετατρέπεται σε καθυστερημένη υπενθύμιση ότι το κράτος θυμάται να εισπράξει, αλλά όχι να προλάβει.