Αν και η ΔΕΘ απέχει ακόμη χρονικά, οι συζητήσεις γύρω από το νέο πακέτο μέτρων και τον σχεδιασμό για το 2027 έχουν ήδη ξεκινήσει.
Η κυβέρνηση κατευθύνεται προς τη ΔΕΘ με ένα «μαξιλάρι» 1 δισ. ευρώ, με την προϋπόθεση ότι οι εξελίξεις στη Μέση Ανατολή και οι πιέσεις στις τιμές ενέργειας δεν θα οδηγήσουν νωρίτερα σε πρόσθετες παρεμβάσεις στήριξης για νοικοκυριά και επιχειρήσεις.
Η υπεραπόδοση του πρωτογενούς πλεονάσματος για το 2025 δεν χρηματοδότησε μόνο τα οκτώ νέα μέτρα που ανακοινώθηκαν στις 22 Απριλίου, αλλά άνοιξε και περιθώριο για μόνιμες φοροελαφρύνσεις και ενισχύσεις εισοδήματος που προγραμματίζονται για τον Σεπτέμβριο.
Από το υπερπλεόνασμα των 3 δισ. ευρώ του 2025, ένα σημαντικό μέρος έχει σταθερό χαρακτήρα και διευρύνει τις δυνατότητες για νέες παρεμβάσεις. Από τα επιπλέον φορολογικά έσοδα ύψους 1,2 δισ. ευρώ, τα 200 εκατ. ευρώ θεωρούνται διατηρήσιμα, καθώς προέρχονται από δράσεις κατά της φοροδιαφυγής και της εισφοροδιαφυγής. Πιο συγκεκριμένα, 120 εκατ. ευρώ συνδέονται με την επέκταση της Ψηφιακής Κάρτας Εργασίας, 33 εκατ. ευρώ με την εφαρμογή ψηφιακού πελατολογίου σε κλάδους όπως συνεργεία, πλυντήρια και χώροι στάθμευσης, ενώ το υπόλοιπο ποσό προήλθε από την αύξηση της φορολόγησης στα ηλεκτρονικά τυχερά παιχνίδια.
Στο σκέλος των δαπανών, από την υποεκτέλεση που έφτασε τα 1,7 δισ. ευρώ, τα 600 εκατ. ευρώ εκτιμάται ότι αποτελούν μόνιμη εξοικονόμηση, κυρίως λόγω αναδιοργάνωσης φορέων του Δημοσίου και περιορισμού λειτουργικών εξόδων στα υπουργεία.
Έτσι, τα συνολικά 800 εκατ. ευρώ που προκύπτουν από έσοδα και δαπάνες ενίσχυσαν τον δημοσιονομικό σχεδιασμό και αύξησαν τον διαθέσιμο χώρο για το 2027. Υπό κανονικές συνθήκες, το ποσό αυτό θα προστίθετο στον ήδη «κλειδωμένο» χώρο των 800 εκατ. ευρώ, δημιουργώντας περιθώριο 1,6 δισ. ευρώ για παρεμβάσεις από το βήμα της ΔΕΘ. Ωστόσο, τα 600 εκατ. ευρώ έχουν ήδη διοχετευθεί σε μέτρα αντιμετώπισης της ενεργειακής κρίσης, με αποτέλεσμα να απομένει τελικά ένας «κουμπαράς» 1 δισ. ευρώ για τη ΔΕΘ.
Στο επίκεντρο των υπό εξέταση μέτρων βρίσκεται η μείωση της φορολογικής επιβάρυνσης για τις επιχειρήσεις. Μεταξύ των σεναρίων που εξετάζονται είναι η μείωση της προκαταβολής φόρου και η πλήρης κατάργηση του τέλους επιτηδεύματος για τα νομικά πρόσωπα. Παράλληλα, προωθείται περαιτέρω μείωση των ασφαλιστικών εισφορών, με στόχο να ωφεληθούν τόσο οι επιχειρήσεις όσο και οι εργαζόμενοι μέσω υψηλότερων καθαρών αποδοχών.
Όσον αφορά την ακίνητη περιουσία, μετά τα μέτρα που αφορούν συνταξιούχους και ενοικιαστές, εξετάζονται παρεμβάσεις που θα μειώσουν τη φορολογική επιβάρυνση των ιδιοκτητών. Στόχος είναι η αύξηση της διαθεσιμότητας κατοικιών και η αποκλιμάκωση των πιέσεων στα ενοίκια. Σε αυτό το πλαίσιο, μελετώνται αλλαγές στον ΕΝΦΙΑ ενόψει της αναπροσαρμογής των αντικειμενικών αξιών, καθώς και τροποποιήσεις στον τρόπο υπολογισμού του τεκμαρτού εισοδήματος για τους επαγγελματίες.
Την ίδια στιγμή, οι εκτιμήσεις για την πορεία της οικονομίας αναθεωρούνται εξαιτίας των διεθνών εξελίξεων. Ο ρυθμός ανάπτυξης για το 2026 τοποθετείται πλέον στο 2%, χαμηλότερα από τις αρχικές προβλέψεις, ενώ για το 2027 προβλέπεται ενίσχυση. Ο πληθωρισμός κινείται σε υψηλότερα επίπεδα λόγω κυρίως του κόστους ενέργειας, ενώ το πρωτογενές πλεόνασμα διατηρείται ισχυρό.