Του Σωτήρη Σκουλούδη
![]()
Αν υπάρχει μια έννοια που σήμερα πυροδοτεί συζητήσεις γύρω από τον πόλεμο στο Ιράν, αυτή είναι η «χερσαία εισβολή». Όμως, όπως επισημαίνει ο πρώην πιλότος της Πολεμικής Αεροπορίας, διεθνολόγος και υποψήφιος διδάκτορας γεωπολιτικής Στέφανος Καραβίδας, η εικόνα που έχουν πολλοί στο μυαλό τους είναι ξεπερασμένη. Η σύγκριση με τη Νορμανδία, λέει, είναι παραπλανητική, γιατί ο σύγχρονος πόλεμος δεν διεξάγεται με όρους μαζικής απόβασης του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, αλλά με όρους τηλεπισκόπησης, δικτυοκεντρικών επιχειρήσεων, αεροπορικής υπεροχής και συνδυασμένης δράσης ειδικών δυνάμεων.
![]()
Μιλώντας στους Attica Times από τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, όπου ζει και εργάζεται, ο Καραβίδας υποστηρίζει ότι μια πιθανή αμερικανική χερσαία ενέργεια δεν θα ξεκινούσε με εντυπωσιακές εικόνες αποβατικών επιχειρήσεων, αλλά με προπαρασκευαστικά πλήγματα και στοχευμένες επιχειρήσεις που θα δημιουργούσαν το κατάλληλο επιχειρησιακό περιβάλλον. Η λογική, όπως την περιγράφει, θα ήταν πρώτα να εξουδετερωθούν κρίσιμες ιρανικές δυνατότητες από αέρος και να αποκαλυφθούν οι αδυναμίες του αντιπάλου, και στη συνέχεια να κινηθούν ειδικές δυνάμεις και συμβατικά τμήματα προκειμένου να εδραιώσουν μια ζώνη παρουσίας.
Σε αυτό το πλαίσιο, ο ίδιος θεωρεί ότι η συζήτηση για το αν οι ΗΠΑ μπορούν να «πατήσουν μπότα» στο Ιράν δεν πρέπει να γίνεται με όρους παρελθόντος. Η σημερινή τεχνολογία, λέει, επιτρέπει συνδυασμούς αεροπορικών πληγμάτων, δικτυοκεντρικού συντονισμού, παρακολούθησης και επιλεγμένων χτυπημάτων που προετοιμάζουν το έδαφος πολύ πριν εμφανιστούν χερσαίες δυνάμεις. Γι’ αυτό και, κατά την εκτίμησή του, η όποια επέμβαση θα είχε προηγουμένως διαμορφωθεί μέσω αεροπορικής υπεροχής και επιχειρήσεων ακριβείας.
Κεντρικό στοιχείο της ανάλυσής του είναι η γεωγραφία. Ο Καραβίδας υποστηρίζει ότι αν οι επιτιθέμενοι καταφέρουν να δημιουργήσουν ένα σταθερό προγεφύρωμα σε βάθος δεκάδων χιλιομέτρων και να φτάσουν ως τις πρώτες ορεινές γραμμές που εκτείνονται παράλληλα προς τις ακτές του Περσικού Κόλπου, τότε η ανάκτηση του χώρου αυτού από το Ιράν θα είναι εξαιρετικά δύσκολη. Με άλλα λόγια, το αρχικό πλεονέκτημα θα ανήκει σε εκείνον που θα έχει ήδη προετοιμάσει το πεδίο και θα έχει εξασφαλίσει έλεγχο στον αέρα, στις επικοινωνίες και στην επιτήρηση.
Για τον ίδιο, το μεγάλο λάθος όσων μιλούν για χερσαία εισβολή είναι ότι φαντάζονται ένα σενάριο μαζικής απόβασης, με το κύριο βάρος να πέφτει στην ποσότητα των δυνάμεων. Στην πραγματικότητα, λέει, ο σύγχρονος τρόπος πολέμου στηρίζεται στη συνέργεια. Αεροπορική ισχύς, τηλεπισκόπηση, ειδικές δυνάμεις, επιλεκτική χρήση συμβατικών μονάδων και ακριβής γνώση του πεδίου συνθέτουν μια εικόνα πολύ διαφορετική από εκείνη της Νορμανδίας. Εκεί που κάποτε χρειαζόταν η μαζικότητα, σήμερα καθοριστικό ρόλο παίζει η ακρίβεια, η ταχύτητα και η προετοιμασία.
Ο ρόλος των αραβικών χωρών
Ο Καραβίδας στέκεται ιδιαίτερα και στον ρόλο των αραβικών κρατών του Κόλπου. Εκτιμά ότι τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και η Σαουδική Αραβία, περισσότερο από άλλους, πιέζουν προς μια οριστική λύση απέναντι στο Ιράν, γιατί δεν επιθυμούν μια μόνιμη κατάσταση αστάθειας που διαταράσσει το επενδυτικό περιβάλλον και την ασφάλεια της περιοχής. Κατά την άποψή του, αν οι χώρες αυτές παραχωρήσουν βάσεις, εναέριο χώρο ή και δικές τους δυνάμεις, τότε το Ιράν θα βρεθεί αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη πίεση, όχι με μια μεμονωμένη επιχείρηση.
Η συγκεκριμένη διάσταση είναι, σύμφωνα με τον ίδιο, καθοριστική. Δεν πρόκειται απλώς για διευκολύνσεις σε μια ξένη δύναμη, αλλά για ένταξη ολόκληρης της περιοχής σε μια κοινή στρατιωτική λογική. Αν τα αραβικά κράτη λειτουργήσουν ως βατήρας, όπως λέει, τότε το Ιράν θα δεχθεί συνδυασμένη πίεση από αέρα και ξηρά, με συνέπεια να περιοριστεί η ικανότητά του να υποστηρίξει τις δυνάμεις του ή να μεταφέρει ενισχύσεις από τη μία περιοχή στην άλλη.
Παράλληλα, ο Καραβίδας αμφισβητεί την εικόνα ενός απολύτως συμπαγούς και αδιαπέραστου ιρανικού κράτους. Υπογραμμίζει ότι οι πραγματικές ισορροπίες στο εσωτερικό της χώρας παραμένουν ασαφείς και ότι δεν είναι βέβαιο πώς θα αντιδράσουν μεταξύ τους οι επιμέρους μηχανισμοί ισχύος, οι Φρουροί της Επανάστασης και οι τακτικές ένοπλες δυνάμεις. Σε μια τέτοια συνθήκη, λέει, μια παρατεταμένη και καλά σχεδιασμένη στρατιωτική πίεση θα μπορούσε να φέρει στην επιφάνεια ρωγμές που σήμερα δεν είναι ορατές.
Εδώ ακριβώς τοποθετεί και το ζήτημα της κατακερματισμένης διοίκησης. Ο Καραβίδας επισημαίνει ότι η ιρανική στρατιωτική αρχιτεκτονική δεν λειτουργεί ως ένα απολύτως ενιαίο, μονολιθικό σχήμα, αλλά έχει στοιχεία αποκέντρωσης και αυτονομίας ανά επαρχία. Αυτό, από τη μία πλευρά, μπορεί να ενισχύει την ανθεκτικότητα του συστήματος σε περίπτωση πλήγματος στο κέντρο. Από την άλλη, όμως, σε συνθήκες γενικευμένης σύγκρουσης, δυσκολεύει τον κεντρικό συντονισμό, την κάθετη εποπτεία και τη γρήγορη αμοιβαία υποστήριξη μεταξύ των επιμέρους μονάδων. Με άλλα λόγια, αν το κέντρο πιεστεί και οι γραμμές επικοινωνίας διαταραχθούν, οι τοπικές δυνάμεις ενδέχεται να λειτουργήσουν περισσότερο ως αυτόνομοι θύλακοι άμυνας παρά ως ένα ενιαίο, καλά συγχρονισμένο στρατόπεδο.
Η ανάλυσή του αποκτά ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα αν συνδυαστεί με το κλίμα που έχει διαμορφωθεί στην περιοχή. Οι αμερικανικές και συμμαχικές κινήσεις, η εμπλοκή αραβικών κρατών, οι απειλές για περαιτέρω κλιμάκωση και η δημόσια συζήτηση για το αν επίκειται χερσαία εμπλοκή συνθέτουν ένα περιβάλλον στο οποίο η έννοια της «εισβολής» δεν ακούγεται πλέον ως ακραίο σενάριο, αλλά ως πιθανή επόμενη φάση της σύγκρουσης.
Η ουσία, κατά τον Καραβίδα, είναι ότι το Ιράν δεν μπορεί να κριθεί με τα εργαλεία των παλιών πολέμων. Αν υπάρξει χερσαία επιχείρηση, αυτή θα έχει προηγουμένως προετοιμαστεί σε βάθος, με αεροπορική κάλυψη, ειδικές δυνάμεις και δικτυοκεντρική οργάνωση. Και γι’ αυτό ακριβώς, επιμένει, δεν πρέπει να αναζητεί κανείς στη σύγκρουση εικόνες από τη Νορμανδία, αλλά τα χαρακτηριστικά ενός πολέμου του 21ου αιώνα, όπου η τεχνολογία και η γεωγραφία καθορίζουν το αποτέλεσμα πριν καν φτάσουν οι κύριες χερσαίες δυνάμεις στο πεδίο.