Σημαντική εξέλιξη για τη διαχρονική διεκδίκηση της Ελλάδας σχετικά με την επανένωση των Γλυπτών του Παρθενώνα καταγράφηκε στη 25η Σύνοδο της Διακυβερνητικής Επιτροπής της UNESCO, όπου διαμορφώθηκε ισχυρό κλίμα στήριξης υπέρ της ελληνικής επιχειρηματολογίας.
Ιδιαίτερο βάρος απέκτησε η στάση της Τουρκίας, η οποία συμμετείχε ως κράτος – παρατηρητής και επανέλαβε ότι δεν υπάρχει διαθέσιμο σουλτανικό φιρμάνι ή άλλο επίσημο οθωμανικό έγγραφο που να τεκμηριώνει νομικά την απόσπαση των Γλυπτών από τον Παρθενώνα και τη μεταφορά τους από τον Λόρδο Έλγιν.
Το στοιχείο αυτό αποκτά ξεχωριστή σημασία καθώς το επιχείρημα περί ύπαρξης νόμιμης άδειας αποτέλεσε για δεκαετίες έναν από τους βασικούς άξονες της βρετανικής θέσης γύρω από την παραμονή των Γλυπτών στο Βρετανικό Μουσείο.
Παράλληλα, η Διακυβερνητική Επιτροπή της UNESCO προχώρησε σε μία διατύπωση με ιδιαίτερο συμβολικό και πολιτικό βάρος, αναγνωρίζοντας για πρώτη φορά ότι τα Γλυπτά αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της ελληνικής πολιτιστικής κληρονομιάς και συνδέονται άρρηκτα με την πολιτιστική ταυτότητα της χώρας.
Στο τελικό κείμενο διατυπώνεται επίσης πρόσκληση προς το Ηνωμένο Βασίλειο να συνεργαστεί με την ελληνική πλευρά ώστε να βρεθεί κοινά αποδεκτή λύση που θα επιτρέψει την επανένωση και τη μόνιμη έκθεση των Γλυπτών στο Μουσείο Ακρόπολης.
Η Επιτροπή ζήτησε ακόμη τη συνδρομή του Γενικού Διευθυντή της UNESCO για την πραγματοποίηση νέων επαφών ανάμεσα στις δύο χώρες και αποφάσισε να διατηρήσει το θέμα στην ατζέντα της επόμενης συνόδου.
Η ελληνική αντιπροσωπεία επανέφερε τα βασικά επιχειρήματα που διαχρονικά συνοδεύουν το αίτημα επιστροφής: την αμφισβήτηση της νομιμότητας της απόκτησης από τον Λόρδο Έλγιν, την απουσία αυθεντικού φιρμανιού, τις ζημιές που προκάλεσε η απομάκρυνση των γλυπτών από το μνημείο, αλλά και την ανάγκη να εκτεθούν ενιαία δίπλα στον φυσικό και ιστορικό τους χώρο.
Ταυτόχρονα ασκήθηκε κριτική στη βρετανική θέση περί αδυναμίας επιστροφής λόγω θεσμικού πλαισίου, με αρκετές χώρες να υποστηρίζουν ότι υπάρχουν πλέον περιθώρια πολιτικής και νομικής διαχείρισης όταν τίθενται ζητήματα ιστορικής και πολιτιστικής αποκατάστασης.
Η ευρύτερη στήριξη που εκφράστηκε στη συνεδρίαση δεν αλλάζει αυτομάτως το καθεστώς κατοχής των Γλυπτών, δημιουργεί όμως ένα ισχυρότερο διεθνές πλαίσιο πίεσης υπέρ της ελληνικής θέσης και επαναφέρει το ζήτημα με μεγαλύτερη ένταση στη διεθνή πολιτιστική ατζέντα.