Δέκα και πλέον χρόνια μετά το 2015, ο Αλέξης Τσίπρας δηλώνει ότι σήμερα γνωρίζει και το «τι» και το «πώς». Μόνο που η διακυβέρνηση μιας χώρας δεν είναι περίοδος μαθητείας. Το δημοψήφισμα, τα capital controls, το τρίτο μνημόνιο και οι επιλογές εκείνης της περιόδου δεν διαγράφονται με μια εκ των υστέρων επίκληση της εμπειρίας.
Στην πολιτική όλοι δικαιούνται μια δεύτερη ευκαιρία.
Κανείς όμως δεν δικαιούται μια δεύτερη μνήμη.
Ο Αλέξης Τσίπρας επανέρχεται σταδιακά στο προσκήνιο επιχειρώντας να παρουσιάσει μια διαφορετική εκδοχή του εαυτού του: πιο ώριμη, περισσότερο μελετημένη, απαλλαγμένη από τις βεβαιότητες και τις αυταπάτες της πρώτης περιόδου.
Στην πρόσφατη συνέντευξή του παραδέχεται ουσιαστικά ότι το 2015 διέθετε την πολιτική βούληση, γνώριζε το «τι» ήθελε να πετύχει, αλλά δεν είχε ακόμη την εμπειρία για το «πώς».
Σήμερα, λέει, γνωρίζει και τα δύο.
Αν επρόκειτο για την προσωπική διαδρομή ενός ανθρώπου, η παραδοχή θα ήταν απολύτως θεμιτή. Οι άνθρωποι κάνουν λάθη και, αν έχουν την ικανότητα, μαθαίνουν από αυτά.
Μόνο που το 2015 ο Αλέξης Τσίπρας δεν έκανε πρακτική άσκηση.
Ήταν πρωθυπουργός της Ελλάδας.
Και το κόστος της πολιτικής του μαθητείας δεν περιορίστηκε στον ίδιο ή στο κόμμα του. Το επωμίστηκε μια χώρα που είχε ήδη περάσει πέντε χρόνια οικονομικής και κοινωνικής εξάντλησης.
Όταν η «διαπραγμάτευση» συνάντησε την πραγματικότητα
Τον Ιανουάριο του 2015 ο ΣΥΡΙΖΑ ανέλαβε την εξουσία υποσχόμενος μια ριζικά διαφορετική σχέση με τους δανειστές.
Η λιτότητα θα τελείωνε. Το μνημόνιο θα αποτελούσε παρελθόν. Το χρέος θα αντιμετωπιζόταν διαφορετικά. Η Ελλάδα θα άλλαζε τους συσχετισμούς στην Ευρώπη.
Ήταν ένα πολιτικό αφήγημα εξαιρετικά ισχυρό.
Ακολούθησαν μήνες σκληρής διαπραγμάτευσης, αβεβαιότητας και σύγκρουσης με τους ευρωπαϊκούς θεσμούς. Και μετά ήρθε το καλοκαίρι του 2015.
Οι τράπεζες έκλεισαν. Επιβλήθηκαν capital controls. Οι πολίτες στήθηκαν στις ουρές των ΑΤΜ. Επιχειρήσεις προσπαθούσαν να πληρώσουν προμηθευτές και εισαγωγές μέσα σε ένα περιβάλλον πρωτοφανούς αβεβαιότητας.
Στις 5 Ιουλίου πραγματοποιήθηκε το δημοψήφισμα.
Το «Όχι» επικράτησε με 61,31%.
Λίγες ημέρες αργότερα, η κυβέρνηση που είχε ζητήσει και λάβει αυτό το «Όχι» κατέληξε σε συμφωνία με τους Ευρωπαίους εταίρους και τον Αύγουστο εγκρίθηκε το τρίτο πρόγραμμα χρηματοδοτικής συνδρομής.
Αυτά δεν αποτελούν πολιτική ερμηνεία. Αποτελούν ιστορία.
Το πρόβλημα δεν είναι ότι έμαθε. Είναι τι συνέβη μέχρι να μάθει
Θα ήταν άδικο να ισχυριστεί κανείς ότι ο Αλέξης Τσίπρας παρέμεινε ο ίδιος πολιτικός σε όλη τη διάρκεια της πρωθυπουργίας του.
Ο άνθρωπος που εξελέγη τον Ιανουάριο του 2015 υποσχόμενος ρήξη με το ευρωπαϊκό οικονομικό πλαίσιο έφτασε, τριάμισι χρόνια αργότερα, να παρουσιάζει την ολοκλήρωση του προγράμματος ως επιστροφή της Ελλάδας στην κανονικότητα.
Προσαρμόστηκε στα δεδομένα.
Το κρίσιμο ερώτημα είναι τι συνέβη μέχρι να φτάσει εκεί.
Στην πολιτική, όμως, τα λάθη ενός πρωθυπουργού έχουν πραγματικό κόστος. Το 2015 αυτό το κόστος πέρασε στην οικονομία, στις επιχειρήσεις και κυρίως στην καθημερινότητα ανθρώπων που δεν ήξεραν τι θα ξημερώσει την επόμενη ημέρα.
Γι’ αυτό η σημερινή διαπίστωση ότι πλέον γνωρίζει το «πώς» γεννά ένα αναπόφευκτο ερώτημα:
Αν σήμερα γνωρίζει το «πώς», πόσο καλά γνώριζε τις συνέπειες των επιλογών του όταν ζήτησε την εντολή να κυβερνήσει το 2015;
Η έξοδος του 2018 και ολόκληρη η εικόνα
Η κυβέρνηση Τσίπρα πράγματι ολοκλήρωσε στις 20 Αυγούστου 2018 το τρίτο πρόγραμμα χρηματοδοτικής συνδρομής.
Αυτό αποτελεί γεγονός και οφείλει να περιλαμβάνεται στον απολογισμό της.
Όπως γεγονός είναι ότι η Ελλάδα δεν πέρασε εκείνη την ημέρα σε καθεστώς χωρίς ειδική παρακολούθηση. Μετά την ολοκλήρωση του προγράμματος η χώρα εισήλθε σε καθεστώς ενισχυμένης εποπτείας, με συγκεκριμένες δεσμεύσεις και τακτικές αξιολογήσεις.
Η ενισχυμένη εποπτεία ολοκληρώθηκε στις 20 Αυγούστου 2022.
Άλλο λοιπόν η ολοκλήρωση του προγράμματος χρηματοδοτικής στήριξης και άλλο η ολοκλήρωση του ειδικού καθεστώτος ενισχυμένης εποπτείας.
Στην πολιτική μπορεί κανείς να επιλέγει ποιο μέρος της ιστορίας θα φωτίσει. Στον απολογισμό μιας κυβέρνησης, όμως, πρέπει να μπαίνουν όλα.
Το «μαξιλάρι» υπήρχε — αλλά χρειάζεται να λέμε πώς δημιουργήθηκε
Ο Αλέξης Τσίπρας έχει κάθε δικαίωμα να επικαλείται το σημαντικό ταμειακό απόθεμα με το οποίο η Ελλάδα ολοκλήρωσε το πρόγραμμα το 2018.
Το απόθεμα υπήρχε και αποτελούσε σημαντική δικλίδα ασφαλείας για την επιστροφή της χώρας στις αγορές.
Σύμφωνα με τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας, τον Αύγουστο του 2018 το συνολικό cash buffer διαμορφωνόταν στα 24,1 δισ. ευρώ και μπορούσε να καλύψει τις χρηματοδοτικές ανάγκες της χώρας για περίπου 22 μήνες.
Χρειάζεται όμως ακρίβεια και εδώ.
Σημαντικό μέρος του αποθέματος προήλθε από τις εκταμιεύσεις του προγράμματος. Από την τελευταία δόση των 15 δισ. ευρώ του ESM, τα 9,5 δισ. ευρώ κατευθύνθηκαν ειδικά στη δημιουργία του cash buffer.
Παράλληλα, η χώρα είχε δεσμευτεί σε υψηλούς δημοσιονομικούς στόχους, ενώ η οικονομική πολιτική της περιόδου χαρακτηρίστηκε και από αυξημένη φορολογική επιβάρυνση.
Επομένως, η σοβαρή συζήτηση δεν είναι εάν υπήρχε το «μαξιλάρι».
Υπήρχε. Το ερώτημα είναι μέσα σε ποιες δημοσιονομικές και χρηματοδοτικές συνθήκες δημιουργήθηκε.
Αυτή είναι η διαφορά ανάμεσα στην αποτίμηση μιας κυβερνητικής περιόδου και στην επιλογή μόνο των στοιχείων που εξυπηρετούν ένα πολιτικό αφήγημα.
Η επιστροφή απαιτεί λογαριασμό με το παρελθόν
Ο Αλέξης Τσίπρας έχει κάθε δημοκρατικό δικαίωμα να διεκδικήσει ξανά κεντρικό πολιτικό ρόλο, να ζητήσει την ψήφο των πολιτών και να υποστηρίξει ότι σήμερα είναι καλύτερα προετοιμασμένος από τον 40χρονο πολιτικό που μπήκε στο Μέγαρο Μαξίμου τον Ιανουάριο του 2015.
Δεν μπορεί όμως να εμφανιστεί ως μια εντελώς νέα πολιτική προσωπικότητα χωρίς να απαντήσει για τις προηγούμενες επιλογές του.
Αν πράγματι ο σημερινός Τσίπρας είναι διαφορετικός, η ισχυρότερη απόδειξη δεν θα είναι να μας εξηγήσει πόσα έμαθε.
Θα είναι να πει πού ακριβώς έκανε λάθος.
Ήταν λανθασμένη η στρατηγική του πρώτου εξαμήνου του 2015;
Ήταν λανθασμένες οι εκτιμήσεις για τη στάση των Ευρωπαίων;
Πώς αποτιμά σήμερα το δημοψήφισμα και όσα ακολούθησαν;
Ποιες αποφάσεις, αν είχε ξανά μπροστά του εκείνους τους έξι μήνες, δεν θα επαναλάμβανε;
Αυτή είναι αυτοκριτική. Τα υπόλοιπα είναι πολιτική επικοινωνία.
Οι πολίτες δεν είναι υποχρεωμένοι να ξεχάσουν
Δέκα και πλέον χρόνια είναι πολύς χρόνος στην πολιτική. Αρκεί για να αλλάξουν κόμματα, συμμαχίες, πρόσωπα και ισορροπίες.
Δεν αρκεί όμως για να μετατραπούν τα γεγονότα σε λευκή σελίδα.
Οι Έλληνες που έζησαν το 2015 δεν χρειάζονται κάποιον να τους αφηγηθεί τι συνέβη.
Θυμούνται την αγωνία. Τις ουρές. Τα κλειστά τραπεζικά καταστήματα. Την αβεβαιότητα. Το δημοψήφισμα. Την πολιτική ένταση. Και τελικά ένα τρίτο πρόγραμμα, όταν λίγους μήνες νωρίτερα είχαν ακούσει ότι η εποχή των μνημονίων θα τελείωνε.
Αυτό δεν σημαίνει ότι ο Τσίπρας πρέπει να καταδικαστεί πολιτικά στην αιωνιότητα.
Σημαίνει κάτι πολύ απλούστερο:
Όποιος ζητά δεύτερη ευκαιρία οφείλει πρώτα να κάνει καθαρό λογαριασμό με την πρώτη.
Εδώ βρίσκεται και το δυσκολότερο σημείο της πολιτικής επανεμφάνισής του.
Δεν αρκεί να παρουσιάσει έναν νέο Τσίπρα.
Πρέπει να εξηγήσει τον παλιό.
Όχι με γενικόλογες αναφορές στην εμπειρία που απέκτησε ή με αποστάσεις ασφαλείας από μια εποχή που πέρασε. Αλλά με συγκεκριμένες απαντήσεις.
Γιατί το 2015 δεν ήταν ένα προσωπικό ταξίδι πολιτικής ενηλικίωσης ενός νέου πρωθυπουργού.
Ήταν μια κρίσιμη περίοδος στη ζωή μιας ολόκληρης χώρας.
Και αν σήμερα ο Αλέξης Τσίπρας πράγματι γνωρίζει και το «τι» και το «πώς», πριν ζητήσει από τους Έλληνες να τον ακούσουν ξανά οφείλει να απαντήσει σε μία τελευταία ερώτηση:
Τι ακριβώς έμαθε από όσα χρειάστηκε να περάσει η Ελλάδα μέχρι να τα μάθει;


