Με το πολιτικό σκηνικό να αλλάζει και νέα κόμματα να κάνουν την εμφάνισή τους, η κυβέρνηση επιχειρεί να απαντήσει ανεβάζοντας στο προσκήνιο το ζήτημα της πολιτικής σταθερότητας και της ισχυρής διακυβέρνησης.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης εμφανίζεται αποφασισμένος να συνεχίσει την εφαρμογή της κυβερνητικής ατζέντας, επιμένοντας ότι οι εκλογές θα πραγματοποιηθούν κανονικά το 2027. Παράλληλα, από το κυβερνητικό επιτελείο επιχειρούν να διαμορφώσουν ένα σαφές πολιτικό δίλημμα προς τους πολίτες: αν επιθυμούν μια κυβέρνηση που εγγυάται σταθερή πορεία και σύγκλιση με την Ευρώπη ή μια κατακερματισμένη αντιπολίτευση χωρίς κοινή πρόταση εξουσίας.
Κεντρικό σύνθημα της κυβερνητικής στρατηγικής θα είναι το τρίπτυχο «το είπαμε, το κάναμε και θα κάνουμε ακόμη περισσότερα», με τη Νέα Δημοκρατία να επενδύει στο αφήγημα της συνέχειας και της αυτοδυναμίας μέσα σε ένα διεθνές περιβάλλον αβεβαιότητας.
Στο Μαξίμου εκτιμούν ότι οι διαδοχικές ανακατατάξεις στον χώρο της αντιπολίτευσης, κυρίως στην ευρύτερη Αριστερά, ενισχύουν τη δυνατότητα της κυβέρνησης να διεκδικήσει ξανά αυτοδύναμη πλειοψηφία. Όπως υποστηρίζουν κυβερνητικά στελέχη, η κοινωνία αναζητά «σταθερότητα και προοπτική» και όχι έναν απλό αντιδεξιό συνασπισμό χωρίς συγκροτημένο σχέδιο διακυβέρνησης.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται και στην υπενθύμιση πολιτικών και κοινωνικών εντάσεων του παρελθόντος. Συνεργάτες του πρωθυπουργού σημειώνουν ότι οι πολίτες δύσκολα θα εμπιστευθούν πολιτικές δυνάμεις που, όπως λένε, επένδυσαν στο κλίμα διχασμού και στη λογική της «πάνω και κάτω πλατείας».
Στο επίκεντρο της κυβερνητικής κριτικής βρίσκεται και το νέο κόμμα του Αλέξη Τσίπρα με την ονομασία «ΕΛΑΣ». Ο Κυριάκος Μητσοτάκης σχολίασε σκωπτικά την επιλογή του ονόματος, λέγοντας πως «φαντάζομαι ότι το ΕΑΜ το άφησε στον κ. Πολάκη», διευκρινίζοντας πάντως ότι σέβεται τους πολιτικούς του αντιπάλους.
Κυβερνητικά στελέχη υποστηρίζουν ότι ο πρώην πρωθυπουργός επιχειρεί ένα πολιτικό «rebranding» χωρίς ουσιαστική αλλαγή περιεχομένου, κατηγορώντας τον ότι επαναφέρει διχαστική ρητορική και σύμβολα του παρελθόντος.
Παράλληλα, στο στόχαστρο της κυβέρνησης βρίσκεται και ο Νίκος Ανδρουλάκης, με αφορμή τη σύγκρουση που ξέσπασε με τον Άδωνι Γεωργιάδη μετά τη μήνυση που κατέθεσε ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ σε βάρος του υπουργού Υγείας.
Όσο για την πιθανή πολιτική παρουσία της Μαρίας Καρυστιανού, η κυβερνητική στάση παραμένει πιο προσεκτική. Στο Μαξίμου αναγνωρίζουν τη δημόσια απήχηση που απέκτησε μετά την τραγωδία των Τεμπών, επισημαίνουν όμως ότι πλέον θα πρέπει να αξιολογηθεί πολιτικά με βάση τις θέσεις και τις προτάσεις της για τα μεγάλα ζητήματα της χώρας.
Την ίδια στιγμή, κυβερνητικά στελέχη περιμένουν με ιδιαίτερο ενδιαφέρον τις πρώτες δημοσκοπήσεις που θα αποτυπώσουν τη δυναμική των νέων πολιτικών σχηματισμών και τις πιθανές επιπτώσεις τους στον πολιτικό χάρτη.