Με σαφές προεκλογικό στίγμα, αιχμές προς την αντιπολίτευση αλλά και εσωκομματικά μηνύματα ολοκλήρωσε το 16ο Συνέδριο της Νέας Δημοκρατίας ο Κυριάκος Μητσοτάκης, ξεκαθαρίζοντας ότι οι εθνικές εκλογές θα πραγματοποιηθούν το 2027 και αποκλείοντας για ακόμη μία φορά τα σενάρια πρόωρης προσφυγής στις κάλπες.
Ο πρωθυπουργός έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στο δίλημμα της πολιτικής σταθερότητας, συνδέοντας ευθέως τις επόμενες εκλογές με τη διεθνή θέση της χώρας, τις γεωπολιτικές εξελίξεις αλλά και την προεδρία της Ευρωπαϊκής Ένωσης που θα αναλάβει η Ελλάδα το δεύτερο εξάμηνο του 2027.
«Τον Ιούλιο του 2027 η πατρίδα μας αναλαμβάνει την προεδρία της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ας απαντήσει λοιπόν ο καθένας ποιος άλλος αν όχι εμείς, το κόμμα της Ευρώπης, ξέρει και μπορεί να διαπραγματευτεί για τα εθνικά συμφέροντα στο πλαίσιο αυτής της μεγάλης ευθύνης», τόνισε χαρακτηριστικά.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης επιχείρησε να μετατρέψει τις επόμενες εκλογές σε σύγκριση προσώπων και κυβερνητικής αξιοπιστίας, απορρίπτοντας το δίλημμα «Μητσοτάκης ή χάος» και αντικαθιστώντας το με άμεση αντιπαραβολή με τους πολιτικούς του αντιπάλους.
«Το δίλημμα θα είναι Μητσοτάκης ή Ανδρουλάκης, Μητσοτάκης ή Φάμελλος, Μητσοτάκης ή Βελόπουλος, Μητσοτάκης ή Κωνσταντοπούλου», ανέφερε, σημειώνοντας ότι οι πολίτες θα κληθούν να συγκρίνουν πρόσωπα, εμπειρία και δυνατότητα διαχείρισης κρίσεων.
Ιδιαίτερη αίσθηση προκάλεσε και η αναφορά του στο «τριψήφιο τηλέφωνο», επαναφέροντας τη συζήτηση για τη διαχείριση κρίσιμων εθνικών και διεθνών γεγονότων.
«Άκουσα ότι η αντιπολίτευση ενοχλήθηκε που έθεσα το ερώτημα ποιος θα σηκώσει το τριψήφιο τηλέφωνο αν παραστεί ανάγκη. Ποιος θα αντιδράσει; Ποιος θα συνεννοηθεί με τους ξένους; Αυτά δεν είναι εκβιαστικά διλήμματα. Είναι η πραγματικότητα ενός κόσμου που βρίσκεται σε συνεχή αναταραχή», υπογράμμισε.
Με τη φράση αυτή, ο πρωθυπουργός επιχείρησε να ενισχύσει το αφήγημα της κυβερνητικής εμπειρίας και της σταθερότητας απέναντι σε ένα διεθνές περιβάλλον που, όπως σημείωσε, χαρακτηρίζεται από γεωπολιτική αβεβαιότητα, πολέμους και κρίσεις ασφαλείας.
Στην ομιλία του υπήρχαν και σαφείς αιχμές τόσο προς τον υπό διαμόρφωση πολιτικό φορέα του Αλέξης Τσίπρας όσο και προς εσωκομματικούς απόντες από το συνέδριο.
«Εμείς δεν έχουμε face control στην είσοδο, ούτε μοιραζόμαστε σε πλατείες και εξώστες. Είμαστε ένα ανοιχτό κόμμα. Την ιστορία τη γράφουν οι παρόντες και οι συμμετέχοντες στους αγώνες», ανέφερε, σε μια αποστροφή που αρκετοί ερμήνευσαν ως έμμεσο μήνυμα τόσο προς τον Αντώνη Σαμαρά όσο και προς τον Κώστα Καραμανλή.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης επιχείρησε παράλληλα να ενισχύσει το εσωκομματικό κλίμα συνοχής, υπογραμμίζοντας ότι η Νέα Δημοκρατία παραμένει «μια μεγάλη λαϊκή παράταξη που ξέρει να ακούει τη βάση της».
Μάλιστα, έκανε αναφορά στη δική του πρώτη συμμετοχή σε συνέδριο του κόμματος το 1986, σημειώνοντας ότι αισθάνεται υπερηφάνεια για τη διαδρομή της παράταξης αλλά και για τις μεταρρυθμίσεις που έχουν υλοποιηθεί τα τελευταία χρόνια.
Ο πρωθυπουργός αναγνώρισε ότι υπάρχουν ακόμη αστοχίες και προβλήματα, ωστόσο υποστήριξε ότι η κυβέρνηση έχει μπροστά της «πολλή δουλειά ακόμη» μέχρι το 2027.
Ιδιαίτερη βαρύτητα έδωσε στην οικονομία και στο Ταμείο Ανάκαμψης, αποκαλύπτοντας ότι μέχρι τα τέλη Αυγούστου η κυβέρνηση πρέπει να ολοκληρώσει κρίσιμες εκκρεμότητες που σχετίζονται με τα ευρωπαϊκά κονδύλια και τις μεταρρυθμίσεις.
Παράλληλα έστειλε μήνυμα δημοσιονομικής πειθαρχίας προς το εσωτερικό της κυβέρνησης αλλά και προς την κοινωνία, απορρίπτοντας κάθε ενδεχόμενο ανεξέλεγκτης παροχολογίας.
«Η παράταξη αυτή δεν πρόκειται να ενδώσει στον πειρασμό της παροχολογίας πέρα από τις δυνατότητες του προϋπολογισμού», τόνισε, υπογραμμίζοντας ότι οι αντοχές της οικονομίας είναι σημαντικές αλλά όχι ανεξάντλητες.
Πολιτικοί αναλυτές εκτιμούν ότι η συγκεκριμένη αναφορά συνδέεται και με τις συζητήσεις για πιθανό ανασχηματισμό, καθώς ο πρωθυπουργός εμφανίζεται αποφασισμένος να διατηρήσει αυστηρό έλεγχο στη δημοσιονομική πολιτική ενόψει της τελικής διετίας της κυβερνητικής θητείας.
Το συνέδριο ολοκληρώθηκε με έντονο προεκλογικό χαρακτήρα, με τη Νέα Δημοκρατία να επιχειρεί να διαμορφώσει από τώρα το βασικό αφήγημα της επόμενης εκλογικής αναμέτρησης γύρω από τη σταθερότητα, τη διεθνή αξιοπιστία, την οικονομία και την ευρωπαϊκή πορεία της χώρας.