Στη φυλακή οδηγήθηκαν και οι έξι κατηγορούμενοι που φέρονται να εμπλέκονται στο κύκλωμα διαφθοράς το οποίο δρούσε σε πολεοδομικές υπηρεσίες της Αττικής, μετά την ολοκλήρωση των απολογιών τους ενώπιον της ανακρίτριας Διαφθοράς.
Η διαδικασία διήρκεσε πολλές ώρες, ξεκινώντας από το πρωί της Τρίτης και ολοκληρώθηκε αργά το βράδυ, με την απόφαση για την προφυλάκιση όλων των εμπλεκομένων.
Σε βάρος τους έχουν ασκηθεί, κατά περίπτωση, διώξεις για συγκρότηση, ένταξη και διεύθυνση εγκληματικής οργάνωσης, δωροληψία και δωροδοκία κατ’ επάγγελμα και κατ’ εξακολούθηση, παράβαση καθήκοντος, νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και εμπορία επιρροής.
Μεταξύ των προφυλακισθέντων βρίσκονται στελέχη και υπάλληλοι πολεοδομικών υπηρεσιών, προϊστάμενοι τμημάτων, αλλά και ιδιώτης μηχανικός. Στη δικογραφία περιλαμβάνονται περισσότερα από 30 πρόσωπα, ανάμεσά τους μηχανικοί, αρχιτέκτονες, επιχειρηματίες και υπηρεσιακοί παράγοντες.
Οι διωκτικές αρχές αποδίδουν κεντρικό ρόλο σε ζευγάρι δημοσίων υπαλλήλων που κατείχε θέσεις ιδιαίτερης ευθύνης. Οι δύο ήταν και οι τελευταίοι που απολογήθηκαν, ολοκληρώνοντας τον κύκλο των ανακριτικών διαδικασιών.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της έρευνας, τα συγκεκριμένα πρόσωπα φέρονται να συνδέονται με το οικογενειακό περιβάλλον του πρώην γενικού γραμματέα Χωρικού Σχεδιασμού και Αστικού Περιβάλλοντος του υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Ευθύμιου Μπακογιάννη. Οι ίδιοι αρνήθηκαν κατηγορηματικά κάθε εμπλοκή, υποστηρίζοντας ότι ουδέποτε έλαβαν χρήματα ή επηρέασαν πολεοδομικές διαδικασίες.
Πληροφορίες αναφέρουν ότι όλοι οι κατηγορούμενοι απέρριψαν το σύνολο των κατηγοριών, επιμένοντας πως δεν χρηματίστηκαν ποτέ προκειμένου να επισπεύσουν ή να διευκολύνουν υποθέσεις πολιτών και επιχειρήσεων.
Κατά τη διάρκεια των απολογιών, μεγάλο μέρος των ερωτήσεων αφορούσε τηλεφωνικές επικοινωνίες που περιλαμβάνονται στη δικογραφία. Οι κατηγορούμενοι υποστήριξαν ότι πρόκειται για συνομιλίες μεταξύ φίλων και συναδέλφων, το περιεχόμενο των οποίων έχει παρερμηνευθεί ή αποσπαστεί από το πραγματικό του πλαίσιο.
Χαρακτηριστική ήταν η θέση ενός εκ των βασικών κατηγορουμένων, προϊσταμένου τμήματος Υπηρεσίας Δόμησης, ο οποίος φέρεται να υποστήριξε:
«Δεν μπορώ παρά να εκφράσω την έκπληξη μου για το γεγονός ότι βρίσκομαι αντιμέτωπος για τόσο σοβαρές πράξεις χωρίς ωστόσο να έχει γίνει έρευνα για το εάν πράγματι έχω παραβεί, με οποιοδήποτε τρόπο, τα καθήκοντα μου για τις αποδιδόμενες σε εμένα πράξεις. Επίσης, χωρίς να έχει καν διαπιστωθεί, έστω και σε μια περίπτωση, ότι έχω λάβει παρανόμως, από τον οποιονδήποτε, χρήματα! Όλες οι αποδιδόμενες κατηγορίες, τουλάχιστον σε ό,τι με αφορά, εδράζονται αποκλειστικά και μόνο σε τηλεφωνικές μου επικοινωνίες, ως επί το πλείστον με φίλους και συναδέλφους μου, το περιεχόμενο των οποίων έχει διαστρεβλωθεί πλήρως. Κατά τα άλλα, ουδέν στοιχείο εις βάρος μου υπάρχει! Αποκλειστικά τίποτα!»
Παρά τους ισχυρισμούς των κατηγορουμένων, ανακρίτρια και εισαγγελική αρχή έκριναν ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την προσωρινή τους κράτηση.
Η υπόθεση άρχισε να αποκαλύπτεται το 2024 έπειτα από ανώνυμες καταγγελίες για χρηματισμούς και παρεμβάσεις σε πολεοδομικές υποθέσεις. Σύμφωνα με το κατηγορητήριο, τα μέλη του κυκλώματος αξιοποιούσαν τις θέσεις και τις επαγγελματικές τους διασυνδέσεις προκειμένου να παρεμβαίνουν σε διαδικασίες έκδοσης οικοδομικών αδειών, νομιμοποίησης αυθαιρέτων, μείωσης προστίμων και διευθέτησης εκκρεμών φακέλων.
Οι ερευνητές εκτιμούν ότι υπήρχε συγκεκριμένη τιμολογιακή πολιτική για τις παρεμβάσεις αυτές, με τις απαιτήσεις να φτάνουν σε ορισμένες περιπτώσεις ακόμη και τις 30.000 ευρώ ανά υπόθεση.
Η έρευνα συνεχίζεται με στόχο να διαπιστωθεί εάν το δίκτυο είχε επεκτείνει τη δράση του και σε άλλες πολεοδομικές υπηρεσίες της Αττικής, καθώς και να χαρτογραφηθούν όλες οι επαφές και οι πιθανές διασυνδέσεις των εμπλεκομένων.