Το κυβερνητικό επιτελείο συνεχίζει τον πολιτικό σχεδιασμό με ορίζοντα τις εθνικές εκλογές του 2027, την ώρα που οι δημοσκοπήσεις των επόμενων εβδομάδων αναμένεται να περιοριστούν λόγω της θερινής περιόδου. Στο Μέγαρο Μαξίμου παρακολουθούν στενά τις πολιτικές εξελίξεις και τις μεταβολές στον κομματικό χάρτη, καθώς η εμφάνιση νέων πολιτικών σχηματισμών και ο κατακερματισμός της αντιπολίτευσης διαμορφώνουν νέα δεδομένα.
Παρά τα σενάρια περί πρόωρης προσφυγής στις κάλπες, ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης επιμένει ότι οι εκλογές θα πραγματοποιηθούν κανονικά το 2027.
Η τελευταία δημοσκόπηση της Marc για τον ΑΝΤ1 καταγράφει τη Νέα Δημοκρατία πάνω από το 30% στην εκτίμηση εκλογικού αποτελέσματος, εξέλιξη που κυβερνητικά στελέχη εκλαμβάνουν ως ένδειξη ότι η στρατηγική που ακολουθεί το Μέγαρο Μαξίμου αρχίζει να αποδίδει.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της έρευνας, η Νέα Δημοκρατία συγκεντρώνει 30,5%, ενώ δεύτερη δύναμη εμφανίζεται η ΕΛ.Α.Σ. με 16,5%. Την τρίτη θέση μοιράζονται το ΠΑΣΟΚ και η Ελπίδα για τη Δημοκρατία, καθώς αμφότερα καταγράφουν ποσοστό 10,5%.
Ακολουθούν η Ελληνική Λύση με 7%, το ΚΚΕ με 6,5% και η Πλεύση Ελευθερίας με 5,3%, ενώ ο ΣΥΡΙΖΑ περιορίζεται στο 1,2%.
Στην πρόθεση ψήφου, η Νέα Δημοκρατία συγκεντρώνει 26,8%, διατηρώντας ουσιαστικά αμετάβλητη τη δύναμή της σε σχέση με την προηγούμενη μέτρηση της εταιρείας. Η ΕΛ.Α.Σ. ενισχύεται στο 14,3% και παραμένει στη δεύτερη θέση, ενώ ΠΑΣΟΚ και Ελπίδα για τη Δημοκρατία εξακολουθούν να δίνουν μάχη για την τρίτη θέση με ποσοστό 9,2%.
Στην αξιολόγηση για την καταλληλότητα στην πρωθυπουργία, ο Κυριάκος Μητσοτάκης προηγείται με 30,2%, ενώ ακολουθούν ο Αλέξης Τσίπρας με 15,6%, η Μαρία Καρυστιανού με 7,8% και ο Νίκος Ανδρουλάκης με 5,4%.
Παράλληλα, η ακρίβεια εξακολουθεί να αποτελεί το σημαντικότερο πρόβλημα για τους πολίτες, καθώς το 73,8% των ερωτηθέντων την τοποθετεί στην κορυφή των ανησυχιών του.
Στο επίκεντρο η μείωση του κόστους ζωής
Το ζήτημα του κόστους ζωής βρέθηκε στο επίκεντρο και της τελευταίας συνεδρίασης του υπουργικού συμβουλίου, με τον πρωθυπουργό να υπογραμμίζει ότι παραμένει η βασική προτεραιότητα της κυβερνητικής πολιτικής.
Απευθυνόμενος προς την αγορά καυσίμων, επισήμανε ότι οι μειώσεις στις διεθνείς τιμές του πετρελαίου θα πρέπει να αποτυπωθούν άμεσα και στις τιμές που πληρώνουν οι καταναλωτές, ξεκαθαρίζοντας ότι οι ελεγκτικοί μηχανισμοί θα παρακολουθούν στενά την αγορά ώστε οι τιμές της βενζίνης και του πετρελαίου κίνησης να ακολουθούν την πορεία του αργού πετρελαίου.
Όπως ανέφερε, υπάρχει κοινή βούληση κυβέρνησης και αγοράς για διατήρηση της σταθερότητας στις τιμές κατά τους επόμενους δύο μήνες, με προοπτική νέων μειώσεων από τον Σεπτέμβριο.
«Η Πολιτεία θα παρακολουθεί έτοιμη να επέμβει», είπε, «η ακρίβεια ήταν και είναι η βασική μας προτεραιότητα».
Παρότι ολοκληρώνεται η κρατική επιδότηση στο πετρέλαιο κίνησης, στο κυβερνητικό επιτελείο εκτιμούν ότι η πτωτική τάση στις τιμές θα συνεχιστεί.
Σύμφωνα με τα στοιχεία του Παρατηρητηρίου Τιμών Καυσίμων του υπουργείου Ανάπτυξης, η μέση τιμή του diesel είχε αυξηθεί κατά 17 λεπτά το λίτρο από το ξέσπασμα του πολέμου έως τα μέσα Ιουνίου. Ωστόσο, μέσα στις δύο τελευταίες εβδομάδες η αύξηση περιορίστηκε στα μόλις 4 λεπτά, με τη μέση πανελλαδική τιμή να διαμορφώνεται κάτω από τα 1,61 ευρώ ανά λίτρο.
Αντίστοιχα, η αμόλυβδη έχει υποχωρήσει στα 1,89 ευρώ το λίτρο στην Αττική και κινείται λίγο πάνω από τα 1,90 ευρώ στη Θεσσαλονίκη, γεγονός που, σύμφωνα με κυβερνητικές εκτιμήσεις, αποτυπώνει ήδη τη βελτίωση που βλέπουν οι οδηγοί στην αντλία.
Οι επόμενες κινήσεις έως τη ΔΕΘ
Στο κυβερνητικό επιτελείο συνεχίζεται η προετοιμασία του πακέτου μέτρων που θα παρουσιαστεί στη φετινή Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης, η οποία θα είναι και η τελευταία πριν από τις εθνικές εκλογές.
Ο σχεδιασμός προβλέπει παρεμβάσεις που θα απευθύνονται σε όσο το δυνατόν περισσότερες κοινωνικές ομάδες, μεταξύ αυτών συνταξιούχους, δημοσίους και ιδιωτικούς υπαλλήλους, ελεύθερους επαγγελματίες και αγρότες.
Κυβερνητικές πηγές επισημαίνουν ότι η αύξηση των εισοδημάτων παραμένει ο βασικός στόχος της επόμενης περιόδου και εκτιμούν πως κάθε πρόσθετος δημοσιονομικός χώρος που δημιουργείται από την πορεία της οικονομίας θα πρέπει να επιστρέφει στους πολίτες, με προτεραιότητα όσους έχουν μεγαλύτερη ανάγκη.