Σημαντική πρόοδο στην εξιχνίαση της εμπρηστικής επίθεσης στη Θεσσαλονίκη, κατά την οποία έχασε τη ζωή της η 69χρονη Βάγια Νέστορα και τραυματίστηκαν ακόμη τέσσερα άτομα, εκτιμά ότι έχει πετύχει η Αντιτρομοκρατική Υπηρεσία μετά τις πρόσφατες συλλήψεις τριών υπόπτων.
Οι δύο άνδρες, ηλικίας 29 και 24 ετών, καθώς και μία 26χρονη γυναίκα, κατηγορούνται για συμμετοχή στις εμπρηστικές επιθέσεις με αυτοσχέδιους εμπρηστικούς μηχανισμούς που σημειώθηκαν τα ξημερώματα της 1ης Ιουλίου σε πολυκατοικίες όπου κατοικούν στελέχη της Νέας Δημοκρατίας. Η υπόθεση βρίσκεται πλέον στα χέρια της Δικαιοσύνης, ενώ οι κατηγορούμενοι τεκμαίρονται αθώοι μέχρι την έκδοση αμετάκλητης δικαστικής απόφασης.
Σύμφωνα με τις έως τώρα πληροφορίες, η αστυνομική έρευνα βασίστηκε στον συνδυασμό διαφορετικών αποδεικτικών στοιχείων, τα οποία αξιολογήθηκαν συνολικά και όχι μεμονωμένα.
Καθοριστικό ρόλο φέρεται να διαδραμάτισε η ανάλυση βιντεοληπτικού υλικού από κάμερες ασφαλείας. Οι ερευνητές χαρτογράφησαν τις μετακινήσεις των υπόπτων πριν και μετά τις επιθέσεις, ανασυνθέτοντας τις διαδρομές που ακολούθησαν και συνδέοντάς τες με διαμέρισμα στην Άνω Πόλη, το οποίο, σύμφωνα με την αστυνομική εκτίμηση, χρησιμοποιήθηκε ως χώρος προετοιμασίας.
Παράλληλα, τα εγκληματολογικά εργαστήρια εξέτασαν αποτυπώματα και γενετικό υλικό που εντοπίστηκαν σε αντικείμενα της υπόθεσης, καθώς και σε χώρους που σχετίζονται με την έρευνα. Τα αποτελέσματα των εργαστηριακών εξετάσεων αξιολογήθηκαν σε συνδυασμό με τα υπόλοιπα ευρήματα της δικογραφίας.
Σημαντική ήταν και η αξιοποίηση τηλεπικοινωνιακών δεδομένων. Μέσω άρσης απορρήτου εξετάστηκαν στοιχεία κινητής τηλεφωνίας, προκειμένου να διαπιστωθεί εάν οι συσκευές των κατηγορουμένων βρίσκονταν στις περιοχές όπου σημειώθηκαν οι επιθέσεις. Η αντιπαραβολή των στοιχείων αυτών με το υλικό από τις κάμερες ενίσχυσε, σύμφωνα με τις Αρχές, τη συνολική εικόνα της έρευνας.
Η Αντιτρομοκρατική εκτιμά ακόμη ότι οι επιθέσεις είχαν προηγουμένως σχεδιαστεί και ότι είχαν πραγματοποιηθεί κινήσεις επιτήρησης των στόχων, με καταγραφή των εισόδων, των οδών διαφυγής και της γενικότερης εικόνας των περιοχών πριν από την εκδήλωση των επιθέσεων.
Κατά τις έρευνες εξετάστηκε επίσης η χρήση δεύτερου χώρου, ο οποίος φέρεται να λειτουργούσε ως σημείο προσωρινής απόκρυψης εξοπλισμού και αντικειμένων που σχετίζονται με την υπόθεση. Στο πλαίσιο αυτό πραγματοποιήθηκαν έρευνες σε κατοικίες και άλλους χώρους που συνδέονται με τους κατηγορουμένους.
Οι αστυνομικές αρχές αναφέρουν ότι οι τρεις συλληφθέντες ήταν ήδη γνωστοί από παλαιότερες υποθέσεις που αφορούσαν τον αντιεξουσιαστικό χώρο, ενώ εξετάζεται εάν προκύπτει σύνδεσή τους και με άλλες αξιόποινες πράξεις. Παράλληλα, συνεχίζεται η ανάλυση ηλεκτρονικών συσκευών και ψηφιακών πειστηρίων, με στόχο να διαπιστωθεί εάν υπήρξε συμμετοχή και άλλων προσώπων στην προετοιμασία ή την εκτέλεση των επιθέσεων.


