Παρασκευή 17 Ιουλίου 2026


ΑρχικήΕιδήσειςΕπικαιρότηταΜάρω Κοντού: Το ύστατο χαίρε - Σήμερα η κηδεία της μεγάλης κυρίας...

Μάρω Κοντού: Το ύστατο χαίρε – Σήμερα η κηδεία της μεγάλης κυρίας του ελληνικού θεάτρου

[wbls-below-article-image]

Συγγενείς, φίλοι, άνθρωποι του καλλιτεχνικού κόσμου και πλήθος πολιτών αποχαιρετούν σήμερα, Παρασκευή 17 Ιουλίου, τη Μάρω Κοντού, μία από τις σημαντικότερες και πιο αγαπητές προσωπικότητες του ελληνικού θεάτρου και κινηματογράφου.

Η σπουδαία ηθοποιός έφυγε από τη ζωή την Τετάρτη 15 Ιουλίου, σε ηλικία 92 ετών, αφήνοντας πίσω της μια καλλιτεχνική διαδρομή που εκτείνεται σε περισσότερες από επτά δεκαετίες.


Η σορός της θα τεθεί στις 11:00 το πρωί στη Μητρόπολη Αθηνών, όπου θα τελεστεί η εξόδιος ακολουθία. Στη συνέχεια θα πραγματοποιηθεί η ταφή της στο Α’ Νεκροταφείο Αθηνών.

Η οικογένειά της έχει ζητήσει, αντί στεφάνων, να πραγματοποιηθούν δωρεές προς το Κέντρο Βρεφών «Μητέρα», έναν φορέα με τον οποίο η Μάρω Κοντού είχε συνδεθεί στενά, έχοντας διατελέσει και πρόεδρός του.

Ο επικήδειος από τον Νικήτα Κακλαμάνη

Τον επικήδειο λόγο θα εκφωνήσει ο πρόεδρος της Βουλής, Νικήτας Κακλαμάνης, με τον οποίο η ηθοποιός διατηρούσε πολυετή και στενή φιλική σχέση.

Σύμφωνα με πληροφορίες, η ίδια τού είχε εκφράσει μια ιδιαίτερη επιθυμία για την επόμενη συγκέντρωση της παρέας τους. Είχε ζητήσει να αφήσουν μία θέση κενή για εκείνη και να τοποθετήσουν μπροστά στην καρέκλα ένα ποτήρι ουίσκι και ένα αναμμένο τσιγάρο.

Μια επιθυμία χαρακτηριστική του χιούμορ, της ανεξαρτησίας και του τρόπου με τον οποίο αντιμετώπιζε τη ζωή μέχρι το τέλος.

Μια ξεχωριστή παρουσία στη συλλογική μνήμη

Η Μάρω Κοντού υπήρξε μία από τις τελευταίες εμβληματικές πρωταγωνίστριες της χρυσής περιόδου του ελληνικού κινηματογράφου. Με το ταλέντο, την κομψότητα και τη χαρακτηριστική σκηνική της παρουσία κατόρθωσε να αφήσει ανεξίτηλο αποτύπωμα στο θέατρο, στο σινεμά και στην τηλεόραση.

Για το κοινό θα παραμένει για πάντα η Ελενίτσα της ταινίας «Η δε γυνή να φοβήται τον άνδρα», η πρωταγωνίστρια της «Ιταλίδας από την Κυψέλη», η γοητευτική Λιλή στη «Σοφερίνα» και η Ισμήνη στην κινηματογραφική μεταφορά της «Αντιγόνης».

Η ερμηνευτική της ευχέρεια της επέτρεψε να κινηθεί με την ίδια άνεση ανάμεσα στην κωμωδία, την κομεντί, τη φάρσα και το δράμα, συνεργαζόμενη με κορυφαίους ηθοποιούς, σκηνοθέτες και δημιουργούς.

Από το Κουκάκι στις μεγάλες σκηνές

Γεννήθηκε στις 21 Ιουνίου 1934 στο Κουκάκι, με την οικογένειά της να έχει καταγωγή από τα Ψαρά. Ο πατέρας της, έμπορος από τον Πειραιά με καλλιτεχνικές ανησυχίες, πέθανε από φυματίωση όταν εκείνη ήταν μόλις δύο ετών. Μεγάλωσε με τη μητέρα και τη γιαγιά της.

Από νεαρή ηλικία έδειξε την κλίση της προς την τέχνη και σπούδασε χορό στη σχολή της Κούλας Πράτσικα, η οποία αργότερα εξελίχθηκε στην Κρατική Σχολή Ορχηστικής Τέχνης. Κέρδισε μάλιστα υποτροφία για σπουδές στη Γερμανία, την οποία δεν κατάφερε να αξιοποιήσει λόγω οικονομικών δυσκολιών.

Χαρακτηριστικό της αποφασιστικότητάς της ήταν και το περιστατικό με τις εξετάσεις για πρόσληψη στην Εθνική Τράπεζα. Πιεζόμενη από την οικογένειά της να ακολουθήσει έναν διαφορετικό δρόμο, παρέδωσε ένα σημείωμα στο οποίο έγραφε: «Δεν μ’ ενδιαφέρει να προσληφθώ, με πιέζουν, ευχαριστώ».

Το 1953 προσελήφθη από το Εθνικό Θέατρο ως μέλος του χορού σε παραστάσεις αρχαίου δράματος, μετά από οντισιόν του Δημήτρη Ροντήρη. Αργότερα εξασφάλισε άδεια ασκήσεως του επαγγέλματος του ηθοποιού ως εξαιρετικό ταλέντο.

Η μεγάλη πορεία στο θέατρο

Η πρώτη εμφάνισή της στο θέατρο πραγματοποιήθηκε το 1953, στον «Ιππόλυτο», στο Ωδείο Ηρώδου του Αττικού. Έναν χρόνο αργότερα συμμετείχε στην ίδια παράσταση, με την οποία εγκαινιάστηκε ο θεσμός των Επιδαυρίων.

Παρέμεινε στο Εθνικό Θέατρο έως το 1958 και συνεργάστηκε με κορυφαίες προσωπικότητες, όπως η Κατίνα Παξινού, ο Αλέξης Μινωτής και η Άννα Συνοδινού.

Το 1959 εντάχθηκε στον θίασο του Ντίνου Ηλιόπουλου, ενώ λίγο αργότερα ο Δημήτρης Χορν τής εμπιστεύθηκε τον πρώτο μεγάλο πρωταγωνιστικό της ρόλο σε αθηναϊκή σκηνή.

Σημαντικός σταθμός υπήρξε και η συμμετοχή της στην «Οδό Ονείρων» του Μάνου Χατζιδάκι το 1962, όπου ερμήνευσε το τραγούδι «Μαύρη Φορντ».

Συνολικά εμφανίστηκε σε περισσότερες από 90 θεατρικές παραστάσεις. Συνεργάστηκε με σημαντικούς πρωταγωνιστές, ανάμεσά τους ο Λάμπρος Κωνσταντάρας, ο Κώστας Βουτσάς και ο Γιώργος Κωνσταντίνου, ενώ δεν δίστασε να δοκιμαστεί και σε νεότερες καλλιτεχνικές προσεγγίσεις.

Οι ρόλοι που άφησαν εποχή στο σινεμά

Η πρώτη κινηματογραφική εμφάνισή της έγινε το 1954 στην ταινία «Χαρούμενο ξεκίνημα», σε έναν βουβό ρόλο. Ακολούθησαν συμμετοχές σε παραγωγές όπως «Ο άνθρωπος του τραίνου», «Έγκλημα στο Κολωνάκι» και «Έγκλημα στα Παρασκήνια».

Το 1960 απέκτησε τον πρώτο της πρωταγωνιστικό ρόλο στα «Κίτρινα γάντια», ενώ το 1963 συμπρωταγωνίστησε με τον Ντίνο Ηλιόπουλο στον «Φίλο μου τον Λευτεράκη».

Η συνεργασία της με τον Γιώργο Τζαβέλλα αποδείχθηκε καθοριστική. Στην «Αντιγόνη» υποδύθηκε την Ισμήνη, ενώ στο «Η δε γυνή να φοβήται τον άνδρα» δημιούργησε μαζί με τον Γιώργο Κωνσταντίνου ένα από τα πιο εμβληματικά ζευγάρια της ελληνικής κινηματογραφικής ιστορίας, το ζεύγος Κοκοβίκου.

Ακολούθησαν πολλές ακόμη επιτυχίες, μεταξύ των οποίων η «Μια Ιταλίδα από την Κυψέλη», ενώ ιδιαίτερα αγαπητές υπήρξαν οι πολυάριθμες συνεργασίες της με τον Λάμπρο Κωνσταντάρα.

Μετά την κάμψη του εμπορικού κινηματογράφου περιόρισε τις εμφανίσεις της στη μεγάλη οθόνη. Επέστρεψε το 2012 με συμμετοχή στην ταινία «Αν» του Χριστόφορου Παπακαλιάτη.

Η επιστροφή στην τηλεόραση

Παρότι οι τηλεοπτικές της εμφανίσεις ήταν λιγότερες σε σχέση με το θέατρο και τον κινηματογράφο, η Μάρω Κοντού συμμετείχε σε σειρές όπως οι «Ένοχοι», «Τρεις στο γύρο» και «Το πάθος».

Το 2021 επέστρεψε δυναμικά στην τηλεόραση μέσα από τη σειρά «Η Γη της Ελιάς», αποδεικνύοντας ότι η σκηνική της λάμψη και η σχέση της με το κοινό παρέμεναν αναλλοίωτες.

Με την απώλειά της κλείνει ένα μεγάλο κεφάλαιο της ελληνικής καλλιτεχνικής ιστορίας. Η Μάρω Κοντού αφήνει ως παρακαταθήκη δεκάδες αξέχαστες ερμηνείες, αλλά και την εικόνα μιας γυναίκας που έζησε με αξιοπρέπεια, χιούμορ, ελευθερία και απόλυτη αφοσίωση στην τέχνη της.

[wbls-below-article]



Ροη Ειδήσεων