Του Σωτήρη Σκουλούδη

Η παρέμβαση έξι Αμερικανών βουλευτών προς τον υπουργό Εξωτερικών των ΗΠΑ Μάρκο Ρούμπιο και τον διευθύνοντα σύμβουλο της U.S. International Development Finance Corporation (DFC), Μπεν Μπλακ, για να καταστεί ο Great Sea Interconnector προτεραιότητα της αμερικανικής πολιτικής στην Ανατολική Μεσόγειο δεν είναι μια ακόμη δήλωση υποστήριξης σε ένα ευρωπαϊκό ενεργειακό έργο. Είναι ένα σαφές μήνυμα ότι στην Ουάσιγκτον το καλώδιο Ελλάδας-Κύπρου-Ισραήλ αντιμετωπίζεται πλέον ως τμήμα μιας ευρύτερης αρχιτεκτονικής ενέργειας, υποδομών, ασφάλειας και γεωπολιτικής επιρροής.
Η επιστολή, με πρωτοβουλία του Δημοκρατικού Μπραντ Σνάιντερ και του Ρεπουμπλικάνου Γκας Μπιλιράκη, ζητά όχι μόνο πολιτική προτεραιοποίηση του έργου αλλά και διαβαθμισμένη ενημέρωση για τις γεωπολιτικές προκλήσεις που απειλούν την ολοκλήρωσή του. Και αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο στοιχείο της παρέμβασης. Οι Αμερικανοί νομοθέτες δεν αντιμετωπίζουν τον GSI ως ένα έργο που αφορά αποκλειστικά τις ηλεκτρικές ανάγκες Ελλάδας και Κύπρου. Τον τοποθετούν μέσα στον India-Middle East-Europe Economic Corridor (IMEC), τον μεγάλο σχεδιασμό διασύνδεσης της Ινδίας με τον Περσικό Κόλπο και την Ευρώπη.
Από ένα καλώδιο σε στρατηγικό ενεργειακό άξονα
Ο Great Sea Interconnector δεν είναι «αγωγός» με την τεχνική έννοια, αλλά μια υποθαλάσσια ηλεκτρική διασύνδεση υψηλής τάσης. Πρόκειται για ένα σύστημα περίπου 1.208 χιλιομέτρων, που σχεδιάζεται να συνδέσει την Κρήτη με την Κύπρο και στη συνέχεια την Κύπρο με το Ισραήλ, με αμφίδρομη μεταφορά ηλεκτρικής ενέργειας. Η προβλεπόμενη δυναμικότητα ανέρχεται αρχικά στα 1.000 MW, ενώ το συνολικό project έχει σχεδιαστεί για μεγαλύτερη δυναμικότητα.
Για την Κύπρο, η σημασία είναι προφανής: είναι το μοναδικό κράτος-μέλος της ΕΕ που παραμένει ηλεκτρικά απομονωμένο από το ευρωπαϊκό δίκτυο. Η ολοκλήρωση του GSI θα αλλάξει αυτή την πραγματικότητα, επιτρέποντας στην Κύπρο να εισάγει ηλεκτρική ενέργεια από την Ευρώπη και, υπό διαφορετικές συνθήκες, να διοχετεύει ενέργεια προς την Ευρώπη.
Για το Ισραήλ, η διασύνδεση προσφέρει έναν εναλλακτικό μηχανισμό ασφάλειας εφοδιασμού. Για την Ελλάδα, η Κρήτη μετατρέπεται σε κρίσιμο κόμβο ενός ευρύτερου δικτύου που συνδέει την ευρωπαϊκή αγορά ηλεκτρισμού με την Ανατολική Μεσόγειο.
Η πραγματική γεωπολιτική αξία του GSI, ωστόσο, βρίσκεται στο γεγονός ότι η Ουάσιγκτον δεν τον αντιμετωπίζει πλέον αποκλειστικά ως ενεργειακό έργο. Τον εντάσσει στον ευρύτερο σχεδιασμό του IMEC, έναν πολυτροπικό διάδρομο που φιλοδοξεί να συνδέσει την Ινδία με τον Περσικό Κόλπο και την Ευρώπη μέσω υποδομών μεταφορών, ενέργειας και ψηφιακών δικτύων.
Ο GSI δεν αποτελεί κυριολεκτικά τμήμα της εμπορικής διαδρομής του IMEC. Η σύνδεσή τους είναι στρατηγική και γεωοικονομική. Δημιουργείται ένα πλέγμα υποδομών που μπορεί να καταστήσει την Ανατολική Μεσόγειο κόμβο μεταξύ Ευρώπης, Μέσης Ανατολής και Ινδίας.
Το μήνυμα προς την Τουρκία και το classified briefing
Εδώ βρίσκεται και η πιο ευαίσθητη παράμετρος του έργου: η Τουρκία. Ο GSI έχει βρεθεί στην καρδιά της ελληνοτουρκικής αντιπαράθεσης για τις θαλάσσιες ζώνες της Ανατολικής Μεσογείου. Η Άγκυρα έχει αμφισβητήσει την ελληνική δικαιοδοσία σε περιοχές όπου προβλέπεται να πραγματοποιηθούν έρευνες για την πόντιση του καλωδίου, ενώ στο παρελθόν τουρκικά πολεμικά πλοία είχαν εμποδίσει ερευνητικές εργασίες που συνδέονταν με το έργο.
Γι’ αυτό και η φράση της επιστολής για «γεωπολιτικές προκλήσεις» και, κυρίως, το αίτημα για classified briefing έχει ιδιαίτερη βαρύτητα. Οι βουλευτές δεν ζητούν απλώς από την κυβέρνηση Τραμπ να στηρίξει οικονομικά ένα project. Ζητούν να ενημερωθούν σε διαβαθμισμένο επίπεδο για τους κινδύνους που μπορούν να εμποδίσουν την υλοποίησή του.
Η επιστολή δεν κατονομάζει την Τουρκία και, επομένως, δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι το briefing αφορά αποκλειστικά την Άγκυρα. Ωστόσο, οι δημόσια καταγεγραμμένες παρεμβάσεις της Τουρκίας στον GSI καθιστούν τις ελληνοτουρκικές διαφορές μία από τις σημαντικότερες γεωπολιτικές παραμέτρους του έργου.
Η αμερικανική παρέμβαση αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία επειδή συνοδεύεται από μια ευρύτερη προσπάθεια του Κογκρέσου να ενισχύσει τον ρόλο της Ανατολικής Μεσογείου στην αμερικανική στρατηγική. Το Eastern Mediterranean Gateway Act, που προωθείται διακομματικά, αναγνωρίζει την περιοχή ως βασική πύλη του IMEC και περιλαμβάνει ρητή αναφορά στον Great Sea Interconnector.
Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ σε έναν νέο γεωπολιτικό χάρτη
Η συγκυρία κάνει την αμερικανική παρέμβαση ακόμη πιο ενδιαφέρουσα. Λίγες ημέρες νωρίτερα, η γαλλική Meridiam απέκτησε πλειοψηφική συμμετοχή στην εταιρεία του έργου, εξέλιξη που ενισχύει την οικονομική και ευρωπαϊκή διάσταση του GSI.
Η είσοδος ενός μεγάλου γαλλικού επενδυτικού ομίλου σημαίνει ότι το έργο αποκτά έναν ισχυρό ευρωπαϊκό ιδιώτη επενδυτή, την ώρα που από την άλλη πλευρά του Ατλαντικού διατυπώνεται αίτημα για αυξημένη αμερικανική εμπλοκή. Η Meridiam μπορεί να ενισχύσει την οικονομική αξιοπιστία του project, ενώ η Ουάσιγκτον μπορεί να προσφέρει το πολιτικό και γεωστρατηγικό βάρος που απαιτείται σε ένα έργο το οποίο διασχίζει μία από τις πιο ευαίσθητες θαλάσσιες περιοχές της Ευρώπης.
Για την Ελλάδα, επομένως, το σημαντικότερο στοιχείο δεν είναι απλώς ότι «οι Αμερικανοί στηρίζουν το καλώδιο». Είναι ότι ο GSI μετακινείται από την κατηγορία ενός δύσκολου ενεργειακού έργου στην κατηγορία της κρίσιμης στρατηγικής υποδομής.
Ένα έργο που αντιμετωπίζεται ως εθνική ή ευρωπαϊκή επένδυση μπορεί να ανασταλεί όταν αυξάνεται το κόστος ή όταν εμφανίζονται γεωπολιτικά εμπόδια. Ένα έργο που συνδέεται με την αμερικανική στρατηγική, την ασφάλεια εφοδιασμού, τον IMEC και τη συνεργασία Ελλάδας-Κύπρου-Ισραήλ αποκτά διαφορετικό πολιτικό βάρος.
Το ερώτημα πλέον είναι αν αυτή η αμερικανική πολιτική στήριξη θα μετατραπεί σε πρακτική εμπλοκή: διπλωματική κάλυψη, χρηματοδοτικά εργαλεία, τεχνική συνεργασία και, κυρίως, αμερικανική πίεση ώστε να δημιουργηθεί το απαιτούμενο περιβάλλον ασφάλειας για την ολοκλήρωση των ερευνών και την πόντιση του καλωδίου.
Η ίδια η επιστολή των έξι βουλευτών δείχνει ότι στην Ουάσιγκτον αντιλαμβάνονται πως το πρόβλημα του Great Sea Interconnector δεν είναι πλέον μόνο οικονομικό ή τεχνικό.
Είναι γεωπολιτικό. Και γι’ αυτό ακριβώς το Κογκρέσο ζητά πλέον από την κυβέρνηση Τραμπ να το αντιμετωπίσει ως τέτοιο.