Του Άγγελου Χωριανόπουλου

Η έγκριση πώλησης 48 F-35 στη Σαουδική Αραβία έναντι 24,3 δισ. δολαρίων δεν είναι απλώς ακόμη μια εξοπλιστική συμφωνία. Είναι η πιο ξεκάθαρη απόδειξη μέχρι σήμερα ότι η πολυδιάστατη εξωτερική πολιτική του Ριάντ —η προσπάθεια ισορροπίας ανάμεσα σε ΗΠΑ και Κίνα— κατέρρευσε υπό την πίεση του πολέμου. Μετά από μήνες πληγμάτων των Χούθι στα ενεργειακά της συστήματα και την πλήρη κατάληψη της υεμενικής ακτής του Bab al-Mandeb το περασμένο Σαββατοκύριακο, η Σαουδική Αραβία δεν είχε πολλές επιλογές: επέστρεψε στην αγκαλιά της Ουάσιγκτον, ζητώντας μαχητικά F-35 συμβολίζοντας την δυνητική είσοδο στον πυρήνα κρατών του IMEC.
Το ίδιο μοτίβο επαναλαμβάνεται σε όλη την περιοχή, με αριθμούς που πλέον δεν αφήνουν περιθώρια αμφισβήτησης. Μετά την επίθεση drones στον αγωγό East-West στις 10-11 Σεπτεμβρίου —τη βασική εναλλακτική οδό του Ριάντ έναντι του κλειστού Στενού του Ορμούζ— η Σαουδική Αραβία ακύρωσε φορτία αργού πετρελαίου προς ευρωπαίους διυλιστές που είχαν προγραμματιστεί για τον Σεπτέμβριο, ενώ ανέστειλε φορτώσεις από το λιμάνι της Yanbu. Η Ευρώπη, που ήδη αντιμετωπίζει χαμηλά αποθέματα φυσικού αερίου ενόψει χειμώνα, βρίσκεται τώρα αντιμέτωπη και με έλλειψη ντίζελ, με τις τιμές στα βενζινάδικα να αγγίζουν σε ορισμένες ευρωπαϊκές χώρες τα 9-11 δολάρια το γαλόνι.
Και ενώ η Ευρώπη ψάχνει απεγνωσμένα εναλλακτικές, η Κίνα προχώρησε αυτή την εβδομάδα σε κίνηση που επιβεβαιώνει πλήρως όσα λέγαμε από τον Απρίλιο: η China Gas Holdings υπέγραψε 20ετή συμφωνία με την αμερικανική Venture Global για αγορά αμερικανικού LNG, αυξάνοντας τη μακροπρόθεσμη δέσμευσή της σε 2,5 εκατομμύρια τόνους ετησίως — παρά τον δασμό 15% που το Πεκίνο διατηρεί στο αμερικανικό φυσικό αέριο. Πρόκειται για την ίδια Κίνα που είχε διακόψει εντελώς τις εισαγωγές αμερικανικού LNG το 2025 λόγω του εμπορικού πολέμου. Τώρα επιστρέφει, κλειδώνοντας τιμές και ποσότητες για δύο δεκαετίες, ακριβώς τη στιγμή που η ενεργειακή κρίση στη Μέση Ανατολή κάνει κάθε γεωπολιτικά αξιόπιστη πηγή ενέργειας ανεκτίμητη. Το Πεκίνο δεν το κάνει από ιδεολογία — το κάνει επειδή αναγκάστηκε.
Το σημαντικότερο σημείο παραμένει αμετάβλητο: οι ΗΠΑ λειτουργούν με ξεκάθαρη ιεράρχηση. Πρώτα δεσμεύουν ενέργεια για τις δικές τους ανάγκες. Μετά για τις αγορές της Ασίας —Κίνα, Ιαπωνία, Νότια Κορέα— επειδή αποτελούν την ατμομηχανή της παγκόσμιας ζήτησης και επειδή κινήθηκαν έγκαιρα για να κλειδώσουν συμβόλαια. Και τελευταία, ό,τι έχει απομείνει, πηγαίνει στην Ευρώπη, η οποία αρνούνταν να δεσμευτεί από το 2023 θεωρώντας το αμερικανικό LNG «πολύ ακριβό». Σήμερα, με το Brent πάνω από τα 105-109 δολάρια και την ευρωπαϊκή βιομηχανία να πληρώνει ήδη το τίμημα, αυτό που πριν λίγα χρόνια φάνταζε ακριβό μοιάζει πλέον απρόσιτα φθηνό.
Η στρατηγική εικόνα είναι ξεκάθαρη: οι ΗΠΑ χρησιμοποιούν τον πόλεμο στο Ιράν —είτε το σχεδίασαν έτσι εξαρχής είτε απλώς εκμεταλλεύονται την ευκαιρία— για να αναδιατάξουν τον παγκόσμιο ενεργειακό χάρτη προς όφελός τους, πιέζοντας ταυτόχρονα Σαουδική Αραβία, Κίνα και ευρύτερα κράτη της Ασίας να δεθούν ενεργειακά με τη Ουάσιγκτον. Σε αυτό το πλαίσιο, η ένταξη της Σαουδικής Αραβίας στον διάδρομο IMEC (India-Middle East-Europe Economic Corridor) αντί της παραμονής της σε ασαφή ισορροπία με το κινεζικό Belt and Road δεν είναι απλώς επιθυμητή — γίνεται σχεδόν αναπόφευκτη, όσο η Ουάσιγκτον συνεχίζει να είναι ο μόνος αξιόπιστος εγγυητής ασφάλειας του Ριάντ.
Η Ελλάδα, όπως και η υπόλοιπη Ευρώπη, βρίσκεται στην ίδια θέση καθυστέρησης. Η ωριμότητα σε αυτό το παιχνίδι δεν μετριέται με διακηρύξεις για «στρατηγική αυτονομία», αλλά με έγκαιρα κλειδωμένα συμβόλαια ενέργειας — κάτι που η Ασία κατάλαβε πολύ νωρίτερα από την Ευρώπη. Ο λογαριασμός έρχεται φέτος. Και θα συνεχίσει να έρχεται κάθε χρόνο, όσο η ωριμότητα στην ενεργειακή στρατηγική συνεχίζει να είναι το τελευταίο πράγμα που μαθαίνουμε.


