Την ανάγκη να αποκτήσει η Ευρωπαϊκή Ένωση ένα ειδικό πλαίσιο για την αντιμετώπιση μαζικών και οργανωμένων μεταναστευτικών πιέσεων ανέδειξε ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης, επισημαίνοντας ότι η εργαλειοποίηση της μετανάστευσης αποτελεί πλέον μία από τις σημαντικότερες υβριδικές απειλές για την Ευρώπη.
Σε δηλώσεις του στο Politico, ο πρωθυπουργός τόνισε ότι «Το περιβάλλον ασφάλειας της Ευρώπης έχει αλλάξει θεμελιωδώς».
Παράλληλα, υπογράμμισε πως «Παράλληλα με τις συμβατικές στρατιωτικές απειλές και τις κυβερνοεπιθέσεις, η Ευρωπαϊκή Ένωση βρίσκεται ολοένα και συχνότερα αντιμέτωπη με μια πιο ύπουλη μορφή υβριδικής πίεσης: τη σκόπιμη εργαλειοποίηση της μετανάστευσης από κρατικούς και μη κρατικούς δρώντες, οι οποίοι επιδιώκουν να δοκιμάσουν την ανθεκτικότητα της Ευρώπης, να υπονομεύσουν τη συνοχή της και να αποσπάσουν πολιτικές παραχωρήσεις».
Αναφερόμενος στα πρόσφατα γεγονότα στη Θέουτα, επισήμανε ότι «αποτελούν ακόμη μία υπενθύμιση ότι η μετανάστευση δεν αποτελεί πλέον μόνο ανθρωπιστικό ζήτημα ή πρόκληση διαχείρισης. Σε ορισμένες περιπτώσεις, έχει μετατραπεί σε εργαλείο γεωπολιτικού εξαναγκασμού».
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης σημείωσε ότι το Σύμφωνο για τη Μετανάστευση και το Άσυλο έχει ενισχύσει σημαντικά το ευρωπαϊκό πλαίσιο διαχείρισης, ωστόσο υποστήριξε πως δεν επαρκεί όταν οι μεταναστευτικές ροές χρησιμοποιούνται ως μέσο άσκησης πίεσης από τρίτες χώρες ή οργανωμένα δίκτυα.
Όπως ανέφερε, «Η ΕΕ έχει σημειώσει σημαντική πρόοδο στον τομέα αυτό με το Σύμφωνο για τη Μετανάστευση και το Άσυλο. Έχει θεσπίσει μηχανισμούς για τη διαχείριση των μεταναστευτικών πιέσεων, συμπεριλαμβανομένης της ευελιξίας στις διαδικασίες της και της αλληλεγγύης μεταξύ των κρατών μελών. Ωστόσο, τα εργαλεία αυτά έχουν σχεδιαστεί για καταστάσεις που παραμένουν, στον πυρήνα τους, διαχειρίσιμες. Δεν αντιμετωπίζουν επαρκώς σενάρια στα οποία η μετανάστευση χρησιμοποιείται ως όπλο ή όπου οι μεταναστευτικές ροές οργανώνονται, ενισχύονται ή διευκολύνονται με τρόπο που δημιουργεί εκ των πραγμάτων μια υβριδική απειλή.
Βεβαίως, δεν γνωρίζουμε ακόμα τι προκάλεσε την κατάσταση που εκτυλίχθηκε στη Θέουτα την περασμένη εβδομάδα. Ωστόσο, τέτοιου είδους περιστατικά δεν είναι πρωτοφανή».
Υπενθύμισε ακόμη την κρίση στον Έβρο το 2020, αλλά και όσα ακολούθησαν στα σύνορα της Λιθουανίας, της Πολωνίας και της Λετονίας με τη Λευκορωσία, τονίζοντας ότι σε τέτοιες περιπτώσεις οι μαζικές αφίξεις ξεπερνούν τις δυνατότητες διαχείρισης των κρατών και δοκιμάζουν την αντοχή της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Σύμφωνα με τον ίδιο, «η Ελλάδα αντιμετώπισε μια παρόμοια κατάσταση στα χερσαία σύνορά της με την Τουρκία, στον Έβρο, το 2020, όπως και η Λιθουανία, η Πολωνία και η Λετονία στα σύνορά τους με τη Λευκορωσία το 2021. Αυτό που παρατηρούμε σε αυτές τις περιπτώσεις δεν είναι μια σταδιακή αύξηση των αφίξεων, αλλά αιφνίδιες, μαζικές και συχνά συντονισμένες μετακινήσεις ανθρώπων ορισμένες φορές δεκάδων χιλιάδων μέσα σε λίγες μόνο ημέρες οι οποίες υπερβαίνουν τις εθνικές δυνατότητες διαχείρισης και δοκιμάζουν τη συνολική ανθεκτικότητα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Υπό τέτοιες ακραίες συνθήκες, η άμεση και πλήρης εφαρμογή των συνήθων συστημάτων ασύλου και υποδοχής για όλους τους αφιχθέντες δεν είναι απλώς δύσκολη· συχνά είναι αδύνατη. Τα συστήματα κινδυνεύουν να παραλύσουν, η εμπιστοσύνη των πολιτών διαβρώνεται και η ίδια η λειτουργία της Ζώνης Σένγκεν τίθεται υπό πίεση».
Ο πρωθυπουργός υπογράμμισε ότι «Η Ευρώπη οφείλει να αναγνωρίσει αυτό το κενό και να ενεργήσει αποφασιστικά».
Παράλληλα, πρότεινε τη δημιουργία ενός ειδικού ευρωπαϊκού μηχανισμού που θα ενεργοποιείται σε περιπτώσεις ακραίας και εργαλειοποιημένης μεταναστευτικής πίεσης, με συγκεκριμένα και αντικειμενικά κριτήρια.
Όπως εξήγησε, «αυτό που απαιτείται είναι ένα ειδικό ευρωπαϊκό πλαίσιο για περιπτώσεις μαζικής και εργαλειοποιημένης μεταναστευτικής πίεσης, με σαφή και αντικειμενικά κριτήρια ενεργοποίησής του. Τα κριτήρια αυτά θα πρέπει να συνδυάζουν ποσοτικά στοιχεία όπως η κλίμακα και η ταχύτητα των αφίξεων σε σχέση με τις δυνατότητες κάθε χώρας με ποιοτικούς δείκτες, συμπεριλαμβανομένων ενδείξεων συντονισμού, διευκόλυνσης ή εμπλοκής τρίτων χωρών ή οργανωμένων εγκληματικών δικτύων.
Μετά την ενεργοποίησή του, στο πλαίσιο ενός ειδικά καθορισμένου καθεστώτος έκτακτης ανάγκης της ΕΕ, ένας τέτοιος μηχανισμός θα μπορούσε να επιτρέπει προσωρινές, αναλογικές και αυστηρά ελεγχόμενες προσαρμογές των συνήθων διαδικασιών. Οι ταχύρρυθμες διαδικασίες ασύλου πρέπει επίσης να εξακολουθήσουν να αποτελούν μέρος της εργαλειοθήκης, ιδίως για άτομα που προέρχονται από χώρες με χαμηλά ποσοστά αναγνώρισης διεθνούς προστασίας».
Ωστόσο, όπως υπογράμμισε, «Ωστόσο, αυτό δεν αρκεί», προσθέτοντας ότι «η Ευρώπη πρέπει να είναι ειλικρινής ως προς τα όρια των ταχύρρυθμων διαδικασιών ασύλου. Σε σαφώς καθορισμένες εξαιρετικές περιστάσεις ακραίας και δυσανάλογης πίεσης είτε στα χερσαία σύνορα είτε ύστερα από μαζικές αφίξεις διά θαλάσσης τα κράτη μέλη θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα, στο πλαίσιο ενός ειδικού ευρωπαϊκού καθεστώτος έκτακτης ανάγκης, να αναστέλλουν προσωρινά την εξέταση των αιτήσεων ασύλου των νεοεισερχόμενων, προχωρώντας παράλληλα στην ταχεία επιστροφή όσων δεν δικαιούνται να παραμείνουν, σε πλήρη συμμόρφωση με τις νομικές υποχρεώσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Αυτό δεν συνιστά απόκλιση από τις αξίες της Ευρώπης, αλλά αναγκαία προσαρμογή στις νέες πραγματικότητες».
Επισήμανε ακόμη ότι κάθε τέτοιο μέτρο θα πρέπει να εφαρμόζεται μόνο για περιορισμένο χρονικό διάστημα, να είναι απολύτως αναλογικό και να συνοδεύεται από όλες τις απαραίτητες εγγυήσεις προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων.
Όπως ανέφερε, «Επιπλέον, κάθε τέτοιο μέτρο πρέπει να είναι αυστηρά χρονικά περιορισμένο, αναλογικό και να συνοδεύεται από ισχυρές δικλίδες ασφαλείας. Ο πλήρης σεβασμός του δικαίου της ΕΕ, του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της αρχής της μη επαναπροώθησης παραμένει αδιαπραγμάτευτος. Ταυτόχρονα, η τήρηση των διεθνών υποχρεώσεων πρέπει να συμβαδίζει με την ικανότητα της Ένωσης να προστατεύει τα εξωτερικά της σύνορα και να διαφυλάσσει την εσωτερική της σταθερότητα».
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε και στην ανάγκη ευρωπαϊκής αλληλεγγύης, επισημαίνοντας ότι «αυτή η ισορροπία δεν μπορεί να διατηρηθεί χωρίς ουσιαστική ευρωπαϊκή αλληλεγγύη. Κανένα κράτος μέλος που αντιμετωπίζει αυτού του είδους την πίεση δεν θα πρέπει να μένει μόνο του. Η επιχειρησιακή υποστήριξη από τους οργανισμούς της ΕΕ, οι συντονισμένες προσπάθειες επιστροφής, καθώς και η οικονομική και τεχνική συνδρομή πρέπει να κινητοποιούνται αυτομάτως κάθε φορά που ενεργοποιείται ένας τέτοιος μηχανισμός.
Χωρίς ένα τέτοιο πλαίσιο, οι κίνδυνοι είναι σαφείς. Τα κράτη πρώτης γραμμής παραμένουν εκτεθειμένα, τα κίνητρα για εχθρικούς δρώντες να εκμεταλλεύονται τη μετανάστευση για γεωπολιτικούς σκοπούς αυξάνονται και οι εσωτερικές διαιρέσεις εντός της Ένωσης βαθαίνουν. Το σημαντικότερο, όμως, είναι ότι η εμπιστοσύνη των πολιτών στην ικανότητα της Ευρώπης να διαχειρίζεται αποτελεσματικά, δίκαια και συλλογικά τα σύνορά της θα συνεχίσει να φθίνει».
Κλείνοντας, ο Κυριάκος Μητσοτάκης δήλωσε: «Η Ευρώπη πάντοτε προσαρμοζόταν στις μεταβαλλόμενες πραγματικότητες. Η μετανάστευση δεν αποτελεί εξαίρεση. Και η αναγνώριση ότι μπορεί να εργαλειοποιηθεί δεν είναι κινδυνολογία· είναι ρεαλισμός.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση οφείλει πλέον να εξοπλιστεί με τα νομικά και επιχειρησιακά εργαλεία που απαιτούνται για να υπερασπιστεί τα εξωτερικά της σύνορα, να αποτρέψει όσους επιδιώκουν να εκμεταλλευτούν την ανοικτότητά της και να ανταποκριθεί σε αυτή τη νέα πραγματικότητα με αποφασιστικότητα, νομιμότητα και συλλογικότητα».


